Περι Αισθήσεως και Αισθητών (Γ΄μέρος)

Posted in Αριστοτέλους Αποσπάσματα

Αντικείμενοv της πραγματείας. -Δυνάμεις και ενέργειαι ψυχής - Η αίσθησις ουσιώδες χαρακτηριστικόν των ζώωv.- Αι διάφοροι αισθήσεις.- Όψις και ακοή.

Περι Αισθήσεως και Αισθητών (Γ΄μέρος)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

Περί αισθητικού. Δύνανται άρά γε τα αισθήματα να διαιρώνται επ' άπειρον, όπως τα αισθητά; Δυνάμει, είναι αισθητά τα απείρως μικρά μέρη των σωμάτων, ενεργεία όμως αισθανόμεθα αυτά μόνον, όταν έχωσι μέγεθος. Η οσμή και ο ήχος ενεργούσι πρότερον επί του διαμέσου στοιχείου και διά τούτου εις την αίσθησιν. Το φως όμως αισθανόμεθα ουχί ομοίως, αλλά εν τω άμα.
1. Δύναταί τις να ερωτήση: Εάν παν σώμα διαιρήται επ' άπειρον, άρά γε επ' άπειρον δύνανται να διαιρώνται αι αισθηταί ποιότητες των σωμάτων, δηλαδή το χρώμα και ο χυμός και η οσμή και ο ήχος και το βάρος, και το ψυχρόν καί το θερμόν, καί το σκληρόν καί το μαλακόν; Ή είναι αδύνατον τούτο; Τω όντι, έκαστον των αισθητών τούτων διεγείρει την αίσθησιν, καί πάντα έλαβον τα οικεία ονόματα, διότι δύνανται να θέτωσιν εις κίνησιν την αίσθησιν. Ώστε αναγκαίως η αίσθησις έπρεπε να διαιρήται επ' άπειρον καί παν μέγεθος 108 να είναι αισθητόν. Διότι αδύνατον να ίδωμεν, ότι αντικείμενόν τι είναι λευκόν, εάν τούτο δεν έχη ποσόν τι (διαστάσεις).
2. Διότι αν άλλως είχε το πράγμα 109, θα ήτο δυνατόν να υπάρχη σώμα μη έχον μήτε χρώμα, μήτε βάρος, μήτε άλλην ουδεμίαν τοιαύτην ιδιότητα, επομένως ουδόλως θα ήτο αισθητόν, διότι αύται αι ιδιότητες συνιστώσι το αισθητόν και ούτω το αισθητόν θα συνέκειτο εκ μερών ουχί αισθητών. Αλλά σώμα αισθητόν αναγκαίως σύγκειται από αισθητά, διότι βέβαια δεν θα σύγκειται εκ μαθηματικών (αφηρημένων) στοιχείων.
3. Προσέτι με τί θα κρίνωμεν και θα γινώσκωμεν τα αισθητά ταύτα; ’ρά γε διά του νου; Αλλά ταύτα δεν είναι νοητά στοιχεία, και ο νους δεν νοεί τα. εξωτερικά πράγματα, εάν μη συνοδεύωνται υπό αισθήσεως 110.
4. Αλλά συνάμα ταύτα, εάν έχωσιν ούτως (αν τα σώματα σύγκεινται εκ μερών μη αισθητών), φαίνεται ότι συνηγορούσιν υπέρ των δεχομένων αδιαίρετα μεγέθη 111, διότι ούτω θα ελύετο το ζήτημα· Αλλά ταύτα είναι αδύνατα, περί αυτών δε έγινε λόγος εις τας περί κινήσεως πραγματείας.
5. Εκ της λύσεως όμως τούτων θα γείνη φανερόν και διά τί είναι περιωρισμένα τα είδη των χρωμάτων, του χυμού, καί των φθόγγων καί των άλλων αισθητών. Διότι εις τα σώματα, τα οποία έχουσι πέρατα, πρέπει καί αι εσωτερικαί ιδιότητες να έχωσι πέρατα, άκρα. δε είναι τα εναντία· καί παν ό,τι είναι αισθητόν έχει εναντίωσιν, λ.χ. εις το χρώμα εναντία είναι το λευκόν καί το μέλαν, εις δε τους χυμούς το γλυκύ και το πικρόν· καί εις τα άλλα πάντα τα αισθητά έσχατα πέρατα είναι τα εναντία.
6. Παν λοιπόν σώμα συνεχές δύναται να διαιρήται εις άπειρα μέρη άνισα, εις πεπερασμένα δε τον αριθμόν μέρη, αν ταύτα είναι ίσα 112. Το δε σώμα, όπερ δεν είναι συνεχές καθ' εαυτό, διαιρείται εις είδη, τα οποία είναι περιωρισμένα.
7. Επειδή λοιπόν πρέπει τα πάθη (αι ιδιότητες) των σωμάτων να θεωρώνται ως είδη καί επειδή η συνέχεια υπάρχει πάντοτε εν αυτοίς, πρέπει να διακρίνωμεν το δυνάμει από του εν ενεργεία. Καί ούτω το μυριοστόν μέρος ενός κόκκου κέγχρου διαφεύγει την αντίληψιν ημών, καίτοι η όψις ημών το διήλθε· καί προσέτι ο ήχος της διέσεως 113 μας λανθάνει, καίτοι ακούομεν όλον το μέρος, όπερ είναι συνεχές. Αλλά το μεταξύ διάστημα από του μέσου προς τα άκρα διαφεύγει την αντίληψιν ημών. Ομοίως δε καί περί των απείρως σμικρών μεταξύ άλλων αισθητών, είναι δηλαδή καί ταύτα δυνάμει ορατά, αλλά ουχί εν ενεργεία καί όταν αποχωρισθώσιν· ούτως η γραμμή ενός ποδός δυνάμει υπάρχει εις την γραμμήν δύο ποδών, αλλ' εν ενεργεία υπάρχει μόνον όταν χωρισθή. Όταν δε χωρίζωνται μεγέθη υπερβολικώς μικρά, ευνόητον είναι ότι διαλύονται εις τα σώματα τα περιέχοντα αυτά 114, καθώς ελάχιστος χυμός χάνεται όταν χυθή εις την θάλασσαν. Αλλ' όμως, επειδή το υπερβολικώς μικρόν ποσόν λανθάνει την αίσθησιν, δεν είναι αισθητόν καθ' εαυτό, ουδέ όταν είναι χωριστόν, διότι η λίαν μικρά ποσότης ενυπάρχει εις σώμα ακριβέστερον αυτής αισθητόν, ούτε τοιούτον τι αισθητόν δύναται να γείνη αισθητόν ενεργεία αν είναι χωριστόν, αλλ' όμως είναι αισθητόν αντικείμενον, διότι είναι ήδη δυνάμει αισθητόν, καί θα γείνη και ενεργεία όταν προστεθή είς τι.
8. Είπομεν λοιπόν, ότι μεγέθη τινά καί ιδιότητες σωμάτων διαφεύγουσι την αντίληψιν ημών, καί εδείξαμεν διά τίνα αιτίαν καί προσέτι κατά ποίαν σημασίαν είναι αισθητά καί κατά ποίαν ουχί. Όταν όμως ήδη ταύτα υπάρχωσιν ούτω προς εαυτά, ώστε να είναι και ενεργεία αισθητά, ουχί μόνον εν τω όλω του σώματος, αλλά και όταν είναι χωριστά, αναγκαίως πρέπει να υπάρχωσι περιωρισμένα κατά τον αριθμόν καί χρώματα καί χυμοί καί ήχοι.
9. Δύναται τις να ερώτηση ακόμη, άρά γε τα αισθητά αντικείμενα 115 ή αι από των αισθητών προερχόμεναι κινήσεις, όπως δήποτε και αν γίνηται η αίσθησις 116, όταν είναι εκείναι εν ενεργεία, φθάνουσιν (επιδρώσιν) εις το διάμεσον πρώτον, ως φαίνεται ότι συμβαίνει εις την οσμήν καί τον ήχον διότι πρώτος αισθάνεται την οσμήν ο ευρισκόμενος πλησίον, και ο ήχος φθάνει εις το ούς τινος μετά τον κτύπον. ’ρα λοιπόν το αυτό συμβαίνει εις το ορατόν αντικείμενον καί το φως; Καθώς λέγει ο Εμπεδοκλής, το φως του ήλιου φθάνει πρώτον εις το μεταξύ στοιχείον πριν ή φθάση εις την όψιν ημών καί επί της γης. Τούτο δε φαίνεται μετά λόγου ότι συμβαίνει. Διότι παν ό,τι κινείται, κινείται έκ τινος τόπου προς άλλον, ώστε πρέπει να παρέλθη εξ ανάγκης χρόνος, καθ' ον κινείται εκ του ενός εις τον άλλον. Αλλ'' ο χρόνος είναι πάντοτε διαιρετός, ώστε υπάρχει χρόνος καθ' ον η ακτίς του ηλίου δεν βλέπεται από ημάς ακόμη, αλλά φέρεται έτι εις το μεταξύ 117.
10. Αλλά και εάν παν πράγμα συγχρόνως ακούη καί έχη ακούσει, καί αν γενικώς το παρόν αίσθημα συνενούται με το πρότερον αυτού καί δεν υπάρχη γένεσις αυτών διαδοχική 118, αλλ' όμως δεν έχουσι την πορείαν ταύτην ούτως, όπως και ο ήχος όστις, αφού ήδη έγεινε ο κτύπος, δεν έφθασεν ακόμη εις την ακοήν. Δεικνύει δε τούτο καί ο μετασχηματισμός των γραμμάτων εν τη γλώσση, διότι η κίνησις αυτών συμβαίνει εις το μεταξύ. Τω οντι οι ακούοντες φαίνονται ότι δεν ήκουσαν καλώς τα λεχθέντα, διότι ο αήρ κινούμενος μεταβάλλεται.
11. Ούτω λοιπόν συμβαίνει καί εις το χρώμα καί το φως 119; Βέβαια ουχί διά προσδιωρισμένην τινά θέσιν η μεν όψις δρα, το δε αντικείμενον οραται, ως να είναι ίσα πράγματα. Διότι τότε δεν ήθελεν είναι ανάγκη να είναι καί το εν καί το άλλο εις ωρισμένον μέρος· διότι εις τα πράγματα τα γενόμενα ίσα είναι αδιάφορον αν είναι πλησίον ή μακράν αλλήλων.
Ή ορθώς λέγεται ότι τούτο (η διαδοχική μετάδοσις) συμβαίνει ως προς τον ήχον και την οσμήν. Διότι όπως ο αήρ καί το ύδωρ, είναι και εκείνα συνεχή, αλλ' όμως η κίνησις και των δύο είναι μεριστή. Διά τούτο και αφ' ενός μεν είναι δυνατόν το αυτό πράγμα να ακούη καί να οσφραίνηται καί ο εγγύτατος καί ο απώτατος, καί αφ' ετέρου δεν είναι δυνατόν 120. Τινές δε νομίζουσιν ότι υπάρχει δυσκολία καί περί τούτου, δηλαδή λέγουσιν ότι είναι αδύνατον άλλος τις να ακούη ή να ορα και να οσφραίνηται το αυτό πράγμα όπως εις άλλος· διότι δεν είναι δυνατόν πολλοί να ακούωσι καί να οσφραίνωνται ομοίως, όταν είναι χωριστοί, διότι άλλως το πράγμα, όπερ είναι εν, θα ήτο αυτό χωριστόν εαυτού 121. Ή δυνάμεθα να είπωμεν, ότι πάντες αισθάνονται το πρώτον κινήσαν την αίσθησιν λ. χ. τον κώδωνα ή τον λιβανωτόν ή το πύρ ως το αυτό και εν κατά τον αριθμόν, αλλά κατά τας ιδιότητας αυτού έκαστος, το αισθάνεται ως άλλο αριθμητικώς 122, το αυτό δε κατ' είδος. Διά τούτο πολλοί συγχρόνως ορώσι το αυτό και ακούουσι καί οσφραίνονται. Ταύτα όμως (ήχος, οσμή) δεν είναι σώματα, αλλά πάθος και κίνησίς της, διότι άλλως δεν θα παρήγετο το φαινόμενον τούτο, αλλά δεν είναι καί χωρίς σώματος.
12. ’λλως όμως συμβαίνει εις το φως· διότι το φως υπάρχει, επειδή είναι ουσία τις, αλλ' ουχί κίνησις 123. Εν γένει δε ουδέ η μεταβολή είναι ομοία με την κατά τόπον κίνησιν, διότι αι τοπικαί κινήσεις ορθώς λέγεται ότι κατά πρώτον φθάνουσιν εις το μεσολαβούν σώμα· ο ήχος π. χ. φαίνεται ότι είναι κίνησις πράγματος, όπερ μετατοπίζεται. Αλλά δεν συμβαίνει ομοίως και εις όσα μεταβάλλονται· διότι δύνανται να μεταβάλλωνται έκαστον ολόκληρον 124 και ουχί πρώτον κατά το ήμισυ, ως το ύδωρ λ. χ. όπερ δύναται να πήγνυται συγχρόνως όλον. Αλλ' όμως, αν το θερμαινόμενον ή πηγνυόμενον είναι πολύ, δύναται να μεταβάλληται και να πάσχη εν μέρος υπό του μέρους του συνεχόμενου με αυτό, το πρώτον δε μέρος μόνον να μεταβάλληται υπό αυτού του προξενούντος την αλλοίωσιν σώματος. Και ούτω δεν είναι ανάγκη το αλλοιούμενον να αλλοιούται συγχρόνως όλον. Θα ησθανόμεθα δε την γεύσιν χυμού 125 ως αιίσθανόμεθα οσμήν, εάν εζώμεν εντός υγρού στοιχείου και ησθανόμεθα οσμάς μακρότερον, πριν ή θίξωμεν αυτό το σώμα.
13. Ευλόγως λοιπόν αι αισθήσεις αι γινόμεναι διά μεσολαβούντος σώματος, δεν αισθάνονται συγχρόνως (τα αισθητά αντικείμενα), πλην του φωτός, ένεκα των ειρημένων λόγων. Διά την αυτήν αιτίαν εξαιρείται και η όρασις, διότι το φως είναι το ποιούν αυτήν αίτιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Δύναταί τις να αισθάνηται πολλά συγχρόνως; Μίξις κινήσεων. Μίξις πραγμάτων. Αδύνατος η σύγχρονος αίσθησις δύο πραγμάτων ομοειδών ή ετεροειδών. Περί συμφωνίας ήχων. Αισθανόμεθα, τα πράγματα εν τη ολότητι αυτών και ουδέν λανθάνει τας αισθήσεις ημών. Η ψυχή, μία ούσα, αντιλαμβάνεται διαδοχικώς πάντα, αλλά ουχί το αδιαίρετον.
1. Υπάρχει δε και άλλη απορία ως προς την αίσθησιν, η εξής: ’ρά γε είναι δυνατόν δύο πράγματα να αισθανώμεθα ομού εις την αυτήν και αδιαίρετον στιγμήν χρόνου ή όχι, εάν είναι αληθές ότι πάντοτε η μεγαλειτέρα κίνησις αφανίζει την μικροτέραν 126; Διά τούτο όταν τίθεται τι υπό τα όμματα, δεν αισθάνονται αυτό οι άνθρωποι, αν τύχη να συλλογίζονται τι βαθέως ή να φοβώνται ή να ακούωσι μέγαν ήχον. Τούτο λοιπόν έστω ομολογούμενον, και ακόμη, ότι έκαστον πράγμα δυνάμεθα να αισθανώμεθα ευκολώτερον, όταν είναι απλούν, παρά όταν είναι μεμιγμένον με άλλα, λ. χ. τον οίνον, όταν είναι άκρατος παρά κεκραμένος, και το μέλι και το χρώμα, και την νήτην όταν είναι μόνη παρά όταν είναι μεμιγμένη μέ την διά πασών, διότι τα αισθήματα επισκοτίζουσιν άλληλα εν τω μίγματι. Και τούτο συμβαίνει εις τα πράγματα εκ των οποίων γίνεται έν τι 127. Εάν λοιπόν η μεγαλειτέρα κίνησις αφανίζη την μικροτέραν, αναγκαίως, όταν είναι σύγχρονοι, και αυτή η μεγαλειτέρα θα είναι ολιγώτερον επαισθητή παρά εάν ήτο μόνη. Διότι η μικροτέρα αναμιγνυομένη αφαιρεί μέρος (της δυνάμεως) της μεγαλειτέρας, αν αληθεύη ότι όλα τα πράγματα, όταν είναι απλά, είναι περισσότερον αισθητά. Εάν δε αι κινήσεις είναι μεν ίσαι αλλά διάφοροι, δεν θα γείνη αισθητή ούτε η μία ούτε η άλλη, διότι η μία θα αφανίζη εξ ίσου την άλλην. Αλλά βεβαίως δεν δυνάμεθα να αισθανώμεθα αίσθησιν απλήν. Ώστε ή ουδεμία τότε θα υπάρχη αίσθησις, ή θα υπάρχη άλλη διάφορος αποτελουμένη εκ των δύο. Και τούτο φαίνεται ότι συμβαίνει εις τα αναμιγνυόμενα εφ' όσον είναι μεμιγμένα.
2. Επειδή λοιπόν έκ τινων μεν 128 ενουμένων γίνεταί τι, εξ άλλων όμως δεν γίνεται, τα τελευταία είναι τα ανήκοντα εις αισθήσεις διαφόρους· (διότι μιγνύονται) μόνον τα πράγματα, των οποίων τα άκρα είναι εναντία 129. Αδύνατον δε εκ λευκού (χρώματος) και οξέος (ήχου) να γείνη μία ενότης, ει μη κατά συμβεβηκός (εμμέσως)· αλλά τότε η τοιαύτη ενότης δεν θα είναι όπως η αρμονία η αποτελούμενη εκ του οξέος καί του βαρέος. ’ρα ούτε είναι δυνατόν να αισθανώμεθα συγχρόνως τας ποιότητας ταύτας. Διότι, αν αι κινήσεις αυτών είναι ίσαι, αφανίζουσιν η μία την άλλην, αφού εξ αυτών δεν αποτελείται μία μόνη. Εάν δε είναι άνισοι, μόνον η ισχυροτέρα αυτών θα προξενήση αίσθησιν.
3. Διότι η ψυχή ήθελεν αισθανθή μάλλον δύο πράγματα συγχρόνως δι' ενός μόνου αισθήματος, όταν είναι αισθητά υπό μιας μόνης αισθήσεως, λ. χ. το βαρύ και το οξύ, διότι η κίνηοις της μιας μόνης αισθήσεως θα εγίνετο συγχρόνως ευκολώτερον της των δύο διαφόρων, λ. χ. της όψεως καί της ακοής 130. Να αισθανώμεθα δε δύο πράγματα συγχρόνως διά μιας αισθήσεως είvαι αδύνατον, εκτός εάν ταύτα αναμιχθώσι 131, διότι το μίγμα τείνει πάντοτε εις έν (την ενότητα), και του ενός πράγματος δεν υπάρχει παρά μία αίσθησις. Η δε μία αίσθησις είναι μία χρονολογική μονάς. Ώστε εξ ανάγκης η ψυχή αισθάνεται συγχρόνως 132 τα μεμιγμένα πράγματα, διότι αισθάνεται διά μιας κατ' ενέργειαν αισθήσεως. Τω όντι, το πράγμα όταν είναι αριθμητικώς εν, το αισθάνεται μία μόνη κατ' ενέργειαν αίσθησις, το δε κατ' είδος έν αισθάνεται η μία κατά δύναμιν αίσθησις 133. Και λοιπόν αν η αίσθησις είναι ενεργεία μία μόνη, η ψυχή θα υπολάβη ότι το αισθητόν είναι εν. Κατ' ανάγκην άρα πρέπει να είναι μεμιγμένα τα αισθήματα. Όταν όμως δεν είναι μεμιγμένα, θα είναι δύο τα κατ' ενέργειαν αισθήματα. Αλλά σχετικώς προς την μίαν δύναμιν και την αδιαίρετον στιγμήν χρόνου, αναγκαίως η ενέργεια πρέπει να είναι μία. Διότι η χρήσις καί η κίνησις μιας μόνης αισθήσεως εν μιά στιγμή είναι μία, όπως μία μόνη υπάρχει δύναμις αυτής.
Δεν είναι άρα δυνατόν να αισθανώμεθα δύο τινά συγχρόνως διά μιας μόνης αισθήσεως. Αλλά προσέτι, εάν δύο πράγματα υποπίπτοντα υπό την αυτήν αίσθησιν είναι αδύνατον να αισθανώμεθα συγχρόνως, φανερόν είναι ότι πολύ ολιγώτερον δυνάμεθα να αισθανώμεθα δύο πράγματα ανήκοντα εις δύο διαφόρους αισθήσεις, λ. χ. το λευκόν (χρώμα) καί τον γλυκύν (χυμόν) 134. Διότι φαίνεται ότι η ψυχή αντιλαμβάνεται το αριθμητικώς εν, διότι το αισθάνεται εις τον αυτόν χρόνον, αλλά το εν κατά το είδος 135 αντιλαμβάνεται δια της διακρινούσης αυτό αισθήσεως 136 καί διά του τρόπου (της ενεργείας) τούτου· 137 λέγω π. χ. ότι η αυτή αίσθησις κρίνει το λευκόν και το μέλαν, καίτοι διάφορα όντα κατά το είδος 138, η αυτή δε πάλιν καί το γλυκύ καί το πικρόν, αλλά διάφορος εις τας δύο περιπτώσεις 139.
Καί άλλως μεν κρίνει έκαστον των εναντίων 140, εκάστη δε των αισθήσεων, ενώ αντιλαμβάνεται ομοίως τα αντίστοιχα ζεύγη 141 π.χ. όπως η γεύσις το γλυκύ, ούτως η όψις το λευκόν, καί όπως αύτη το μέλαν, ούτως εκείνη το πικρόν αντιλαμβάνεται.
4. Προσέτι εάν αι εν τη αισθήσει κινήσεις των εναντίων είναι εναντίαι προς αλλήλας καί εάν τα εναντία δεν δύνανται να υπάρχωσι συγχρόνως εις εν καί το αυτό άτομον, τότε όπου τα εναντία ανήκουσιν εις μίαν αίσθησιν, λ. χ. το γλυκύ καί το πικρόν, αδύνατον είναι να αισθανώμεθα ταύτα συγχρόνως 142. Ομοίως είναι φανερόν, ότι ουδέ τα μη εναντία 143 δυνάμεθα να αισθανώμεθα συγχρόνως, διότι εκ των χρωμάτων τα μεν μετέχουσι του λευκού τα δε του μέλανος 144. Ομοίως δε καί περί των άλλων αισθημάτων, λ.χ. εκ των χυμών, οι μεν ανήκουσιν εις το γλυκύ, οι δε εις το πικρόν. Ούτε πάλιν τα μεμιγμένα πράγματα δυνάμεθα συγχρόνως να αισθανώμεθα, διότι αι αναλογίαι αυτών έχουσι αναφοράν εναντίων, λ. χ. το διά πασών καί το διά πέντε, εκτός εάν τις αισθάνηται αυτά ως εν 145. Καί ούτω μόνον 146, ουχί δε άλλως, υπάρχει μία μόνη αναλογία άκρων.
Διότι θα υπάρχη συγχρόνως λόγος του πολλού προς το ολίγον ή του περιττού προς το άρτιον, καί λόγος του ολίγου προς το πολύ ή του αρτίου προς το περιττόν. Εάν λοιπόν τα λεγόμενα σύστοιχα 147 αλλά όντα γένους διαφόρου απέχωσι καί διαφέρωσι μεταξύ των πολύ περισσότερον παρά τα του αυτού γένους, λέγω π. χ. το γλυκύ καί το λευκόν, τα οποία καλώ σύστοιχα, αλλά είναι διάφορα κατά το γένος, καί το μεν γλυκύ διαφέρει από το μέλαν κατά το είδος πολύ περισσότερον παρά το λευκόν, πολύ ολιγώτερον είναι δυνατόν να αισθανώμεθα συγχρόνως ταύτα παρά τα του αυτού γένους. Ώστε εάν ταύτα (του αυτού γένους δεν είναι συγχρόνως αισθητά), άρα ουδέ εκείνα (τα ετερογενή).
5. Εκείνο δε όπερ λέγουσί τινες των γραψάντων περί συμφωνίας των ήχων, ότι οι ήχοι δεν φθάνουσι συγχρόνως εις το ους, αλλά μόνον φαίνονται ότι φθάνουσι, καί ότι απατώμεθα διότι είναι ανεπαίσθητος ο χρόνος (ο χωρίζων έκαστον) ήχον, άρά γε λέγεται ορθώς ή όχι; Ίσως δύναται τις να είπη, ότι καί ενταύθα νομίζομεν ότι βλέπομεν καί ακούομεν συγχρόνως 148, διότι μας διαφεύγουσιν οι χρόνοι οι μεταξύ. Αλλά τούτο δεν είναι αληθές, ούτε. είναι δυνατόν να υπάρχη χρόνος μη αισθητός ή όστις μας διαφεύγει, αλλά δυνάμεθα να αισθανώμεθα πάσαν στιγμήν. Τω όντι, ότε τις αισθάνεται αυτός εαυτόν, ή ότε αισθάνεται άλλο τι εις συνεχή χρόνον, αδύνατον είναι να μη έχη ούτος συνείδησιν, ότι ύπαρχει (αυτός ή το άλλο), αλλ' αν εις συνεχή χρόνον υπάρχη διάστημα τόσον μικρόν, ώστε να είναι όλως ανεπαίσθητον, φανερον είναι ότι τότε δεν θα είχεν ούτος συνείδησιν, ότι αυτός υπάρχει και ότι βλέπει και αντιλαμβάνεται αντικείμενόν τι ή ουχί 149. Προσέτι δεν θα υπήρχεν ούτε χρόνος ούτε πράγμά τι ούτε στιγμή χρόνου αισθητά, εκτός εάν εννοώμεν ούτω ότι δεν αισθανόμεθα παρά έν τινι μέρει του χρόνου τούτου, ή ότι δεν βλέπομεν παρά μέρος του αντικειμένου· αν υποτεθή ότι υπάρχει μέτρον χρόνου ή των αντικειμένων, όπερ γίνεται εντελώς ανεπαίσθητον διά την μικρότητα αυτών 150. Διότι εάν βλέπη τις το όλον, την γην, τότε αντιλαμβάνεται και όλον τον χρόνον εν τη συνεχεία αυτού και ουχί έν τινι των μεμονωμένων στιγμών του. Έστω ότι β γ παριστά το μη αισθητόν μέρος χρόνου 151. Αισθάνεταί τις άρα εν μέρει τινί του όλου ή ιδιαίτερον μέρος, καθώς π. χ. βλέπει την γην όλην, διότι βλέπει τούτο τo ωρισμένον μέρος αυτής και πόσον μακράν βαδίζει καθ' όλον το έτος, διότι βλέπει πόσον βαδίζει καθ' ωρισμένον μέρος αυτού 152. Αλλ' όμως ουδέν αισθάνεται εν τω β γ. ’ρα λοιπόν, επειδή αισθάνεται έν τινι μέρει το όλον α β 153, λέγεται ότι αισθάνεται και το όλον, την γην όλην. Ο αυτός δε συλλογισμός εφαρμόζει και εις το α γ, διότι πάντοτε είς τι μέρος του χρόνου και μέρος τι του αντικειμένου αντιλαμβάνεταί τις, το όλον όμως είναι αδύνατον να αντιλαμβάνηται 154. Λοιπόν ολόκληρα αισθανόμεθα τα αισθητά 155, αλλά ταύτα δεν φαίνονται όσον είναι έκαστον. Ούτω βλέπει τις μακρόθεν το μέγεθος του ηλίου και αντικείμενόν τι τεσσάρων πήχεων. Ταύτα όμως δεν φαίνονται όσον είναι πράγματι μεγάλα. Αλλ' ενίοτε φαίνονται αδιαίρετα και ημείς δεν βλέπομεν το αδιαίρετον. Η αιτία δε τούτου εξηγήθη εν τοις έμπροσθεν. Είναι λοιπόν φανερον, ότι δεν υπάρχει χρόνος μη ων αντιληπτός υφ' ημών 156.
6. Περί δε της ειρημένης απορίας, αν δηλ. δυνάμεθα πολλά συγχρόνως αντικείμενα να αντιλαμβανώμεθα, ας εξετάσωμεν νυν. Λέγων "συγχρόνως" εννοώ ότι τα αισθήματα συμβαίνουσι προς άλληλα εις το αυτό μέρος της ψυχής και εις στιγμήν χρόνου αδιαίρετον. Πρώτον λοιπόν δυνάμεθα να αισθανώμεθα πολλά συγχρόνως, κατά ταύτην την σημασίαν, ότι αισθανόμεθα διά διαφόρων της ψυχής μερών και ουχί δι' ενός αδιαιρέτου μέρους, διά μερών όμως, άπερ είναι αδιαίρετα ως αποτελούντα συνεχές όλον; Ή, ίνα πρώτον ομιλήσωμεν περί των ανηκόντων εις μίαν μόνην αίσθησιν, ως λ. χ. την όψιν, θα είπωμεν ότι, αν διάφορα χρώματα αντιλαμβάνηται διά διαφόρων μερών αυτής, θα έχη άραγε πολλά μέρη, ταυτά όμως κατά το είδος; 157 Διότι τα επανειλημμένα αισθήματα αυτών είναι του αυτού γένους 158. Αλλ' εάν τις λέγη ότι, όπως τα δύο όμματα δεν εμποδίζουσι να βλέπωμεν το αντικείμενον εν, ούτω. και εν τη ψυχή παράγεται εκ τούτων μία ενότης καί μία ενέργεια, ουδέν εμποδίζει να θεωρώμεν την ψυχήν ομοίως. Εάν όμως εκ των δύο γίνεται μία μόνη αντίληψις, τότε εκείνο, όπερ αντιλαμβανόμεθα, θα είναι εν, εάν δε μένωσι κεχωρισμένα, τότε και το αποτέλεσμα θα είναι ομοίως διηρημένον. Προσέτι 159 αι αυταί αισθήσεις θα είναι πολλαί, όπως λέγομεν ότι αι επιστήμαι είναι διάφοροι 160. Διότι ούτε ενέργεια (αισθήσεως) υπάρχει χωριστά άνευ της αντιστοίχου δυνάμεως, ούτε υπάρχει αίσθησις χωριστά άνευ της δυνάμεως.
7. Εάν δέ τις δεν αισθάνηται συγχρόνως τα αισθήματα τα γινόμενα εις εν αδιαίρετον μέρος της ψυχής, φανερόν είναι ότι δεν θα αισθάνηται και τα άλλα συγχρόνως. Διότι είναι ευκολώτερον να αισθάνηταί τις πολλά ομογενή ή ετερογενή. Εάν όμως αισθάνηται δι' άλλου μέρους της ψυχής το γλυκύ (χυμόν) και δι' άλλου το λευκόν (χρώμα), το εκ των αισθημάτων τούτων προκύπτον θα είναι εν ή όχι έν. Αλλ' είναι αναγκαίως εν, διότι εν είναι και το αισθητικόν όργανον της ψυχής. Ποία λοιπόν είναι η ενότης η αντιστοιχούσα προς το όργανον τούτο; διότι ουδεμία ενότης προκύπτει εκ τούτων, ήτοι γλυκέος και λευκού. Αναγκαίως λοιπόν εν είναι το μέρος της ψυχής 161, δι' ου αισθάνεται τα πράγματα ως ολότητας, καθά προείπομεν, αλλά δι' άλλου οργάνου αισθάνεται άλλο γένος αισθητών.
8. ’ρα εν μόνον όργανον είναι το μέρος, δι' ου αισθανόμεθα το γλυκύ και το λευκόν, όταν αι ποιότητες αύται είναι ηνωμένοι, όταν δε αύται ενεργεία χωρισθώσι 162, τότε είναι διάφορον όργανον, όπερ αισθάνεται εκάστην αυτών. Ό,τι δε συμβαίνει εις ταύτα, συμβαίνει και εις την ψυχήν. Διότι εν και το αυτό αριθμητικώς είναι λευκόν και γλυκύ και κατέχει πολλάς άλλας ιδιότητας, εκτός εάν αι ιδιότητες θεωρηθώσιν ως χωρισταί απ' αλλήλων 163. Αλλ' όμως η ουσιώδης φύσις εκάστης είναι διάφορος. Ομοίως λοιπόν πρέπει να υποθέσωμεν και περί ψυχής, ότι το μέρος αυτής το αισθανόμενον πάντα είναι εν και το αυτό αριθμητικώς 164, αλλ' έχει διαφόρους τρόπους εκδηλώσεως, άλλον όταν αισθάνηται τα ετερογενή 165 καί άλλον όταν αισθάνηται τα 166 ομοειδή. Ώστε αισθήσεις σύγχρονοι γίνονται εν μιά και τη αυτή δυνάμει της ψυχής, ουχί όμως εν μιά και τη αυτή σχέσει προς την δύναμιν ταύτην 167.
9. Ότι παν πράγμα αισθητόν έχει μέγεθος και ότι είναι αδύνατον να αισθανώμεθα το αδιαίρετον είναι ήδη φανερόν. Διότι η απόστασις, αφ' ης πράγμα τι δεν δύναται να είναι ορατόν, είναι άπειρος, αλλ' εκείνη εξ ης γίνεται ορατόν είναι πεπερασμένη. Ομοίως δε καί περί εκείνων, άτινα οσφραινόμεθα και ακούομεν, και περί εκείνων, άτινα αισθανόμεθα χωρίς να απτώμεθα αυτών. Υπάρχει έσχατόν τι σημείον αποστάσεως, εξ ου πράγμα τι δεν είναι ορατόν, και σημείον τι προσεγγίσεως, εξ ου είναι ορατόν. Αναγκαίως δε είναι αδιαίρετον το σημείον τούτο, και ό,τι είναι πέραν αυτού είναι αδύνατον να αντιληφθώμεν, ό,τι δε είναι εντεύθεν είναι αναγκαίως αντιληπτόν. Τω όντι, εάν αδιαίρετον τι είναι αισθητόν, όταν τούτο τεθή εις το έσχατον εκείνο σημείον, εξ ου δεν είναι αντιληπτόν, και πάλιν εις το σημείον, εξ ου άρχεται να είναι αντιληπτόν, τότε θα συμβή το αυτό πράγμα να είναι συγχρόνως ορατόν και αόρατον 168. Αλλά τούτο είναι αδύνατον.
10. Περί των αισθητηρίων λοιπόν οργάνων και περί των αισθητών αντικειμένων, κατά ποίον τρόπον υπάρχουσι πάντα ταύτα και γενικώς και μερικώς έκαστον επραγματεύθημεν. Εκ των λοιπών πρέπει πρώτον να εξετάσωμεν περί μνήμης και αναμνήσεως.

Σημειώσεις
(108) Οσονδήποτε μικρόν και αν είναι.
(109) Εαν δεν δεχθώμεν ότι παν μέγεθος πρέπει να είναι αισθητόν.
(110) Ο νούς voεί τα εξωτερικά μόνον διά των εικόvωv, ας η φαντασία σχηματίζει εκ της αισθήσεως.
(111) Οποίοι ήσαν οι ατομολόγοι Λεύκιππος και Δημόκριτος.
(112) Εάν σώματός τινος αφαιρεθεί το δέκατον και του υπολοίπου πάλιν το δέκατον και ούτω καθεξής, ο αριθμός των μερών του εμπορεί να είναι άπειρος. Εάv όμως αφαιρεθώσιν ίσα πάντοτε μέρη, το σώμα ταχέςς εξαντλείται εις δύο φοράς εάv λαμβάνωνται ημίση, εις τρεις φοράς αν λαμβάνωνται τρίτα κλπ. Και τα μεγέθη πάντα είναι απείρως διαιρετά, πας δε αριθμός δύναται να αυξάνηται απειράκις. Αλλ' η απειρία αύτη των μεγεθών εivαι μόνον δυνάμει. Το απείρως ελάχιστον μόριον μόνον νοερώς υπάρχει.
(113) Η δίεσις ήτο το 1)4 εvός τόνου.
(114) Toπικώς.
(115) Κατά την Δημοκρίτειον θεωρίαν των απορροιών.
(116) Εξ οιουδήποτε αντικειμένου.
(117) Τα φως πολλών αστέρων φθάνει εις ημάς μετά πολλά έτη.
(118) Και αν έτι εις την αίσθησιν δεν υπάρχη διαδοχή αντιληπτή, υπάρχει πάντοτε εν αυτώ τω φαινομένω, ως δεικvύει ο ήχος, όστις δεν φθάνει εις την ακοήν ειμή μετά χρόνον.
(119) Το φως δηλ. και το χρώμα μεταδίδονται διαδοχικώς ή μας έρχονται διά μιας;
(120) Αντίφασις, ήτις λύεται εν τέλει της παραγράφου ταύτης.
(121) Διά να είναι αισθητόν υπό πολλών αντί ενός μόνου.
(122) Αύτη είναι η λύσις της αντιφάσεως.
(123) Το φως, ώρισεν ο Αριστοτέλης: (Περί ψυχής II VII) ενέργεια του διαφανούς, διαφανές δε το ειδικόν διάμεσον του φωτός, όπερ δεν είναι κίνησις τοπική, αλλά πάντως κίνησις αλλοιώσεως.
(124) Αύτη είναι η γνώμη του Αριστοτέλους, όστις κατ' αρχήν δεν παραδέχεται ότι το φως του ηλίου απαιτεί χρόνον τινά ίνα φθάση εις την γην. Αλλά την γνώμην ταύτην περιορίζει είτα λέγων, ότι τα αλλοιούμενα δύνανται κατά μικρόν να αλλοιούνται και ουχί εv τω άμα, και το φώς φθάνει βαθμηδόν από του ηλίου εις ημάς.
(125) Υγρόν τι δύναται να αλλοιούται υπό χυμού, και μάζα ύδατος αλλοιούται βαθμηδόν από μέρους εις μέρος υπό του πυρός ή του ψύχους.
(126) Η αισθανομένη ψυχή, ή η αίσθησις, όταν ισχυρώς συγκινήται υπό τινος πράγματος, δεν αισθάνεται άλλο, όπερ συγκινεί αυτήν ολιγώτερον ζωηρώς.
(127) Όταν λ. χ. δύο χυμοί ή δύο χρώματα κλπ. ενούνται εις έv.
(128) Αισθημάτων.
(129) Ως το χρώμα, ου τα άκρα, το λευκόν και το μέλαν, είναι ενάντια, ή ο ήχος, ου τα άκρα είναι το οξύ και βαρύ.
(130) Δύο σύγχρονοι αντιλήψεις είναι αδύνατον να γείνωσιν υπό μιας και της αυτής αισθήσεως, αλλά μάλλον αδύνατος είναι ο συγχρονισμός αισθημάτων αναγομένων εις διαφόρους αισθήσεις.
(131) Καί τότε θα γείνωσιν εν.
(132) Καί τοτε δεν υπάρχει πλέον ειμή εν πράγμα καί ουχί δύo.
(133) Η δυνάμει και ουχί ενεργεία μία αίσθησις αισθάνεται το λευκόν καί το μέλαν, τα οποία κατ' είδος είναι εν, ως ανήκοντα εις το χρώμα καί την όψιν, αλλά απαιτούνται δύο αισθήσεις ενεργεία, ίνα αντιληφθώσι πρώτον το λευκόν καί είτα το μέλαν. Η ενεργεία αίσθησις έχει αντικείμενον μίαν ποιότητα, το λευκόν λ. χ., αλλ' η δυνάμει έχει εν γένος ποιότητος λ. χ. το χρώμα.
(134) Κατά τόν Αριστοτέλη τα διάφορα αισθήματα δύναται συγχρόνως να αισθάνηται η ψυχή μόνον διά της συγχωνεύσεως αυτών. Διά της συγχωνεύσεως όμως ταύτα ανάγονται εις ενότητα και η αισθητική εμπειρία είναι ενοποιητική.
(135) Π. χ. το λευκόν, όπερ είναι εν τω αυτώ γένει με το μέλαν, εν τω χρώματι.
(136) Π. χ. δια της όψεως, εάν πρόκηται περί διαφόρων χρωμάτων.
(137) Δηλ. δια της αισθήσεως, ην διεγείρει εις το όργανον. Η όψις λ. χ. δεν συγχέει το μέλαν με τo λευκόν, αν και είναι αμφότερα χρώματα, διότι το μεν εvεργεί διαφοροτρόπως παρά το άλλο.
(138) Είναι διάφορα είδη του χρώματος (γένους).
(139) Όταν κρίνη το εv των δύο χρωμάτων ή τον ένα των δύο χυμών.
(140) Διότι τα διακρίνει απ' αλλήλων.
(141) Τα κατέχοντα ειs έκαστον γένος θέσν ανάλογον, π.χ. γλυκύ, λευκόν.
(142) Διότι τα πλείστα των αισθημάτων είναι εναντία.
(143) Τα οποία χωρίς να είναι εναντία μετέχουσιν όμως της φύσεως των εναντίων.
(144) Τα οποία είναι εναντία, ων μετέχουσι τα διάμεσα χρώματα.
(145) Kαl τότε δεν υπάρχει διπλή αίσθησις.
(146) Ότε τα δυο ενούνται εις εν μόνον.
(147) Ή ανάλογα.
(148) Eκ της μιας μόνης αισθήσεως, εις την οποίαν αρνείταί τις τον συγχρονισμόν, δύναται να μεταβή εις δύο διαφόρους, εις τας οποίας έτι μάλλον θα αρνηθή αυτόν.
(149) Η αντίφασις πηγάζει εκ της τεθείσης αρχής και δεικνύι το ψεόδος αυτής.
(150) Εάν δεχθώμεν ότι μέρος του χρόνου ή της εκτάσεως δεv είναι αντιληπτόν, αναιρούμεν ούτω πάσαν έννοιαν χρόνου και εκτάσεως· διότι εφαρμόζοντες τον αυτόν συλλογισμόν εις πάντα τα μέρη του χρόνου ή της εκτάσεως, θα καταστρέψωμεν πάντα διαδοχικώς.
(151) Πρέπει να έχωμεν υπ' όψιν την γραμμήν α β γ.
(152) ’τοπον συμπέρασμα ως προς την έκτασιν. Τα επόμενα αναφέρονται εις τον χρόνον·
(153) α β είναι μέρος χρόνου ή εκτάσεως, όπερ υποτίθεται ως αντιληπτόν.
(154) Ούτως ο συλλογισμός ούτος καταστρέφει το μέρος το υποτεθέν ως αντιληπτόν, άμα δε και το υποτεθέν ως μη αντιληπτόν, και ούτως αίρεται πάσα έννοια χρόνου ή εκτάσεως.
(155) Χωρίς να, υπάρχη μέρος αυτών διαφεύγον τας αισθήσεις ημών.
(156) Κατά τον Αριστοτέλη ο χρόνος είναι μέτρον ή αριθμός κινήσεως· αλλά ούτε ο χρόνος ούτε ο αριθμός δύναται να υπάρχη άvευ του νου, όστις μόνος αριθμεί.
(157) Ούτω θα υπάρχωσιν εις την όψιν πολλά μέρη, τα οποία θα δύνανται να βλέπωσιν επίσης, και ουχί εν μόνον, όπερ δύναται να ορά πάντα τα ορατά.
(158) Δηλ. πάντα ορατά. Ούτως, επειδή τα αντικείμενα εivαι του αυτού γένους, τα μέρη της ψυχής τα αισθανόμενα αυτά πρέπει να είναι μεταξύ των ομοειδή.
(159) Εάν υποτεθή ότι δυνάμεθα να ορώμεν πολλά συγχρόνως διά διαφόρων μερών της ψυχής.
(160) Και επομένως δεν θα αισθάνηταί τις τα πράγματα συγχρόνως.
(161) Είναι η κοινή αίσθησις, ένθα τα επί μέρους αισθήματα συγχωνεύονται εις μίαν αντίληψιν. (Περί ψυχής III 11).
(162) Η κοινή αίσθησις, ήτις συvενoί και συγκρίνει τας αντιλήψεις των άλλων, δύναται να είναι ως το σημείον· αδιαίρετος μεν ως το κέvτρov εν ω συνενούνται αι διάφοροι γραμμαί, διαιρετή δε καθ' όσον είναι η αρχή των μεν και το τέλος των άλλων.
(163) Ενώ τουναντίον είναι εν μιά και τη αυτή υποστάσει.
(164) Είναι η κοινή αίσθησις.
(165) Λ. χ. χρώματα και χυμούς.
(166) Λ. χ. το λευκόν και το μέλαν εκ των χρωμάτων, ή τον γλυκύν και τον πικρόν εκ των χυμών.
(167) Πράγματι μία μόνη δύναμις υπάρχει, αλλά δια του νου διακρίνομεν πολλούς τρόπους εμφανίσεως.
(168) Συμπέρασμα άτοπον, εξ ου αποδεικνύεται, ότι αι αισθήσεις δεν αντιλαμβάνονται ει μη το έχον διάστασίν τινα, το διαιρετόν.

Μετάφραση Π. Γρατσιάτου (εκδόσεις Φέξη 1912)

0
Shares