Εξετάζοντας το αδιανόητο

Posted in Απόψεις Αναζήτηση

Θα κατορθώσει να επιβιώσει η ευρωζώνη; Αναφερόμενοι στην Ελλάδα

Εξετάζοντας το αδιανόητο

Θα κατορθώσει να επιβιώσει η ευρωζώνη; Αναφερόμενοι στην Ελλάδα, οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας εγείρουν πλέον κι επισήμως το ερώτημα αυτό.

Αν οι πολιτικοί είχαν κατανοήσει εδώ και δύο δεκαετίες όσα έμαθαν αναγκαστικά σήμερα, ποτέ δε θα είχαν προχωρήσει στην καθιέρωση του κοινού νομίσματος.
Σήμερα πια, το μόνο που τους κρατάει ενωμένους είναι ο φόβος των συνεπειών τυχόν διάσπασής τους.
Το ερώτημα είναι αν αυτό αρκεί. Υποπτεύομαι πως η απάντηση είναι όχι.

Μέχρι σήμερα, απέτυχαν όλες οι προσπάθειες να ελεγχθεί η κρίση.
Ωραία, η ηγεσία της ευρωζώνης απαλλάχτηκε από την ενοχλητική επιθυμία του Γιώργου Παπανδρέου για δημοκρατική νομιμότητα. Αλλά η οικονομική αναταραχή πολιορκεί την Ιταλία και την Ισπανία. Με επιτόκιο δανεισμού της τάξης του 4.5% και ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης στο 1.5% κατά μέσο όρο ανάμεσα στο 2000 και το 2007, η Ιταλία θα πρέπει να έχει μονίμως πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4% του ΑΕΠ για να τα βγάλει πέρα.
Αλλά με το χρέος να αυξάνει, το πρωτογενές πλεόνασμα πρέπει να είναι μεγαλύτερο άρα η ανάπτυξη ταχύτερη ή τα επιτόκια χαμηλότερα.
Επί Σίλβιο Μπερλουσκόνι (Silvio Berlusconi) δεν υλοποιήθηκε καμία από τις αναγκαίες αλλαγές. Θα κατορθώσει κάποιος άλλος ηγέτης να διορθώσει τα πράγματα; Πολύ αμφιβάλλω.

Αλλά η βασική δυσχέρεια που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη είναι η αδυναμία της να κατανοήσει τη φύση της κρίσης.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο του, ο Νούριελ Ρουμπίνι (Nouriel Roubini) του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης αποσαφηνίζει ορισμένα κρίσιμα ζητήματα και προχωρά στη διάκριση, όπως το έκανα κι εγώ σε ένα άρθρο μου στις 4 Οκτωβρίου, μεταξύ αποτιμήσεων και ροών.
Οι δεύτερες είναι σημαντικότερες. Το βασικό είναι να αποκατασταθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα των κρατών-μελών της ευρωζώνης και να τονωθεί η οικονομική τους ανάπτυξη.
Όπως σημειώνει ο Τόμας Μάιερ (Thomas Mayer) της «Ντόιτσε μπανκ», «κάτω από την επιφάνεια του δημοσίου χρέους της ευρωζώνης και της τραπεζικής της κρίσης υποκρύπτεται μια άλλη κρίση, που οφείλεται στη λανθασμένη αποτίμηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών».
Για να μπει ένα τέλος στην κρίση, τα πλέον αδύναμα κράτη-μέλη χρειάζεται να επανακτήσουν την ανταγωνιστικότητά τους.
Προς το παρόν, τα ελλείμματα του ισοζυγίου πληρωμών τους είναι πολύ μεγάλα για να συνεχίσουν να επιδοτούνται.

Ο Ρουμπίνι βλέπει τέσσερις επιλογές για να αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα οι προκλήσεις των αποτιμήσεων και των ροών:

Πρώτη επιλογή: αποκατάσταση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας διαμέσου (α) επιθετικής «ποσοτικής διευκόλυνσης» (QE), (β) ενός πιο αδύναμου ευρώ και (γ) πολιτικών τόνωσης του πυρήνα της ευρωζώνης, με την περιφέρεια να συνεχίζει τη λιτότητα και τις μεταρρυθμίσεις.
Δεύτερη: αποπληθωριστική διόρθωση περιορισμένη στην περιφέρεια, μαζί με διαρθρωτικές αλλαγές, ώστε να μειωθεί αναγκαστικά η ονομαστική αξία της μισθολογικής επιβάρυνσης.
Τρίτη: μόνιμη ροή κεφαλαίων από τον πυρήνα στην μη-ανταγωνιστική περιφέρεια.
Τέταρτη: γενναία αναδιάρθρωση του χρέους και μερική διάσπαση της ευρωζώνης.

Η πρώτη επιλογή θα μπορούσε να επιτύχει διόρθωση χωρίς μεγάλα μειονεκτήματα, η δεύτερη θα αποτύγχανε να πετύχει επαρκή ροή κεφαλαίων εγκαίρως και το πιθανότερο θα ήταν να μετεξελιχτεί στην τέταρτη επιλογή, η τρίτη θα απέφευγε μεν την αρνητική εξέλιξη στις αποτιμήσεις και ροές της περιφέρειας, αλλά θα διακινδύνευε την υπερχρέωση του πυρήνα της ευρωζώνης, η τέταρτη θα σήμαινε απλά το τέλος της Ευρώπης.

Ατυχώς, όλες τους αντιμετωπίζουν πελώρια εμπόδια στην εφαρμογή τους:

Η πρώτη, που οικονομικά είναι η λογικότερη, θεωρείται πολιτικά απαράδεκτη στη Γερμανία.
Η δεύτερη είναι πολιτικά αποδεκτή στη Γερμανία (παρά τις δυσμενείς της επιπτώσεις στην οικονομία) αλλά συν τω χρόνω θα απορριφθεί πολιτικά και στην περιφέρεια.
Η τρίτη είναι απαράδεκτη πολιτικά στη Γερμανία, αλλά πιθανότατα θα γίνεται ακόμα πιο απαράδεκτη πολιτικά και στην περιφέρεια.
Η τέταρτη είναι απαράδεκτη για όλους, τουλάχιστο προς το παρόν.

Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι μια υποχρεωτική ανάμειξη τις δεύτερης και της τρίτης επιλογής: μονομερής λιτότητα και στάγδην χρηματοδότηση.
Σύμφωνα με τον κ. Μάιερ, αυτή η προσέγγιση θα μετεξελιχτεί σταδιακά στην πρώτη επιλογή.
Το επιχείρημά του είναι πως η δραστηριότητα του «ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών» (ESCB) ως δανειστή-τελευταίας-καταφυγής για τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους που δεν δύνανται πλέον να αντλήσουν ρευστότητα από τις αγορές, τελικά καταλήγει να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα.
Οι κεντρικές τράπεζες των πλεονασματικών κρατών-μελών της ευρωζώνης καταλαμβάνουν έτσι σημαντικές θέσεις δανεισμού προς την «ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ) ενώ εκείνες των ελλειμματικών κρατών σωρεύουν αντίστοιχα χρέη.
Αυτή είναι ήδη μια ένωση άμεσης μεταβίβασης κεφαλαίων! Μακροπρόθεσμα, ισχυρίζεται ο κ. Μάιερ, η νομισματική χρηματοδότηση των ελλειμμάτων θα αποδειχθεί πληθωριστική -κι έτσι όλα θα ταιριάξουν με το πρώτο από τα σενάρια του κ. Ρουμπίνι.
Προσωπικά δεν είμαι τόσο βέβαιος πως υπάρχει πληθωριστική απειλή. Αλλά οι Γερμανοί είναι πεπεισμένοι πως υπάρχει!

Μακροπρόθεσμα η πρώτη και η τελευταία επιλογή του κ. Ρουμπίνι έχουν τούτη την ώρα πάνω-κάτω τις ίδιες πιθανότητες: η ευρωζώνη είτε υφίσταται διόρθωση στο σύνολό της, είτε σπάει.
Η Γερμανία οφείλει να διακινδυνεύσει την πρώτη επιλογή. Γνωρίζω πως ο εφιάλτης της είναι ο υπερπληθωρισμός του 1923. Αλλά τελικά, αυτό που έφερε στην εξουσία τον Χίτλερ (Hitler) ήταν τα απότομα και βάναυσα μέτρα λιτότητας του 1930-32.

Τελικά το ερώτημα είναι αν υπάρχει έξοδος από αυτή την κρίση που δε θα τινάξει τον πλανήτη στον αέρα.
Ας ξεκινήσουμε αποφασίζοντας τη συναινετική αποχώρηση από την ευρωζώνη μιας βαριά μη-ανταγωνιστικής χώρας, σαν την Ελλάδα.
Η Ελλάδα θα εισήγαγε ένα νέο εθνικό νόμισμα, τη «νέα δραχμή».
Τα νέα συμβόλαια που εκτελούνται υπό τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας και οι φόροι και οι δαπάνες στην Ελλάδα θα καταβάλλονταν σε αυτό το νόμισμα.
Τα υφιστάμενα συμβόλαια θα παρέμεναν σε ευρώ. Οι τράπεζες θα διέθεταν συναλλαγματικά αποθέματα σε ευρώ και νέους λογαριασμούς σε δραχμές.
Η ισοτιμία δραχμής-ευρώ θα ρυθμιζόταν από τις αγορές. Η υποτίμηση θα ήταν ραγδαία και γρήγορη, αλλά αυτό είναι ακριβώς που χρειάζεται.
Η ελληνική κυβέρνηση θα συμμορφωνόταν σε μια νέα διεθνή συμφωνία εξυπηρέτησης του χρέους της, Θα συνέχιζε να πασχίζει για να βρει δημοσιονομική ισορροπία, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα υποβοηθούνταν από μια σημαντική εσωτερική υποτίμηση σε πραγματικές τιμές.
Η κεντρική της τράπεζα θα διαχειριζόταν αυτόνομα το νέο νόμισμα. Με το νέο νόμισμα οι τιμές θα εκτοξεύονταν στα ύψη, αλλά λαμβανομένης υπόψη της πλεονασματικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας, με κάποια εξωτερική βοήθεια ο υπερπληθωρισμός μπορεί και να αποφευγόταν.
Οι δημόσιες και ιδιωτικές χρεοκοπίες όσον αφορά τις δανειακές υποχρεώσεις σε ευρώ θα λάβαιναν διαστάσεις.
Αν όμως η Ελλάδα οφείλει να περάσει από μια παρατεταμένη περίοδο εσωτερικής υποτίμησης προκειμένου να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά της, ακόμα και χωρίς το νέο νόμισμα η πραγματική αξία των υποχρεώσεων της χώρας σε ευρώ θα εκτιναχθεί προς τα πάνω.
Το νέο εθνικό νόμισμα απλά θα επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Εντωμεταξύ, η Ελλάδα θα έχανε το δικαίωμα ψήφου της στην ΕΚΤ, αλλά θα έμενε ανοικτή η προοπτική της επανόδου της.

Μια τέτοια συνεργατική προσέγγιση για επαναφοράς ενός νέου εθνικού νομίσματος θα ήταν τελικά η λιγότερο δαπανηρή.
Αλλά ασφαλώς θα προκαλούσε τάσεις επέκτασης της κρίσης. Αν η ευρωζώνη πραγματικά αποφασίσει πως πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγει αυτό τον κίνδυνο, τότε δεν της μένει παρά να επιλέξει την πρώτη από τις επιλογές του κ. Ρουμπίνι.
Τα κράτη-μέλη με βιώσιμο χρέος θα χρηματοδοτηθούν από τους εταίρους τους και η ευρωζώνη σταδιακά θα βρει την οδό εξόδου από την κρίση.

Αλλά αν η ευρωζώνη στηριχτεί σε μονομερείς αποπληθωριστικές διορθώσεις, θα καταρρεύσει.
Αυτό σήμερα μοιάζει να είναι το μόνο βέβαιο. Αν οι ηγέτες της ευρωζώνης συνεχίσουν σε αυτό το δρόμο, ας υποστούν τις επιπτώσεις της επιλογής τους.

Ο Martin Wolf είναι Βρετανός δημοσιογράφος, πρώην στέλεχος της «παγκόσμιας τράπεζας»

0
Shares