Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (Ι)

Posted in Ιστορικά

'Οταν το 325 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος θεμελίωσε την Αλεξάνδρεια στην τοποθεσία της αρχαίας αιγυπτιακής πόλης Ρακώτις, ίσως να σκεφτόταν ότι αυτή η πόλη θα γινόταν μεγάλο

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (Ι)

'Οταν το 325 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος θεμελίωσε την Αλεξάνδρεια στην τοποθεσία της αρχαίας αιγυπτιακής πόλης Ρακώτις, ίσως να σκεφτόταν ότι αυτή η πόλη θα γινόταν μεγάλο και ξακουστό εμπορικό κέντρο, λόγω του θαυμαστού λιμανιού, που κατασκεύασαν οι μηχανικοί Διάδης και Χαρίας, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Δεινοκράτη.

Και πράγματι, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε κατάλληλο μέρος που να προσφέρεται για λιμάνι, έτσι ώστε τα καράβια να αράζουν άφοβα.
Ήταν αναγκασμένα να μπαίνουν στο Νείλο, όπου και διεκπεραιώνονταν οι κάθε είδους συναλλαγές με τους Αιγυπτίους.
Γι' αυτό και το μεγαλοπρεπές λιμάνι της ήταν η βασική προϋπόθεση για την εξέλιξη της στο μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου.
Τα όρια της Αλεξάνδρειας σχεδίασε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, εμπνευστής του φιλόδοξου ονείρου μιας πόλης με επιβληιικά ανάκτορα, πολυτελέστατα κτίρια, περίτεχνους ναούς και πολλούς πνεύμονες πράσινου.
Ο Έλληνας στρατηλάτης επέλεξε το παραλληλόγραμμο σχήμα της μακεδόνικης χλαμύδας με όρια τη λίμνη Μαρώτις στο νότο και τον Κανωπικό Βραχίονα.
Ο αρχιτέκτονας Δεινοκράτης ο Ρόδιος ανέλαβε την πολεοδόμηση και την ανέγερση των βασιλικών κτιρίων, κατασκευάζοντας μια πόλη-πρότυπο για την εποχή εκείνη.

Τη χώρισε σε πέντε περιφέρειες, που ενώνονταν με φαρδιούς δρόμους, ενώ σε όλο το μήκος των δύο κεντρικών λεωφόρων, 22 μέτρα πλάτος η καθεμιά, υπήρχαν στοές.
Σημεία αναφοράς για τον επισκέπτη ήταν τα ανάκτορα, το θέατρο, η αγορά, ο ναύσταθμος με τις τεράστιες αποθήκες, οι βασιλικοί κήποι, το Μουσείο, το Σώμα, όπου για πολλούς βρισκόταν θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος, αλλά και η Βιβλιοθήκη και ο Φάρος.
Τέλος, όλη η πόλη περιτειχιζόταν από ψηλά και πλατιά τείχη με πολλούς πυργίσκους. Σε αυτή τη νεόχτιστη πόλη, λοιπόν, άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες πολίτες, αναζητώντας καλύτερη τύχη.
Όταν πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος, ο στρατηγός του Πτολεμαίος του Λαγού έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου κι εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, ανακηρύσσοντας την πρωτεύουσα του βασιλείου του.
Με τον Πτολεμαίο Α' του Λαγού άρχισε η δυναστεία των Λαγίδων (305-30 π.Χ.). Ο Πτολεμαίος ο Α' εκτός αττό καλός στρατιωτικός ήταν και ένας ευφυής κι οξυδερκής ηγέτης με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες.

Έτσι μόλις εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, άρχισε να προσκαλεί από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου φιλοσόφους και προσωπικότητες των ιεχνών. Ανάμεσα σε αυτούς που δέχθηκαν την πρόσκληση του ήταν ο Ευκλείδης, ο Στράτωνας, ο Δημήτριος ο Φαληρέας, ο Φίλητας ο Κώος κ.ά. Μαζί με αυτούς όμως άρχισε να καιαφτάνει και πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη της Γης, κι έτσι η Αλεξάνδρεια μεταβλήθηκε σ' ένα πολυεθνικό και πολύμορφο παζλ από Πέρσες, Φοίνικες, Λίβυους, ακόμα και Ινδούς! Ωστόσο, οι πολυπληθέστερες κοινότητες ήταν αυτές των Ελλήνων, των Αιγυπτίων και των Εβραίων.
Ο Πτολεμαίος, για να μπορέσει να επιβληθεί σε αυτό το ανομοιογενές πλήθος των υπηκόων του, «δημιούργησε» με τη βοήθεια δύο μεγάλων μυστών των αιγυπτιακών και ελληνικών μυστηρίων, του Έλληνα Τιμόθεου ίου Αθηναίου και του Αιγυπτίου Μανέθωνα, ένα νέο θεό, τον Σέραπη, που ουσιαστικά ήταν ένωση του Αιγυπτίου Όσιρη και του Έλληνα Διόνυσου ή Πλούτωνα.
Έλληνες και Αιγύπτιοι δέχθηκαν το νέο θεό και ανήγειραν προς τιμήν του ένα μεγαλοπρεπή ναό, το Σεραπείο, στον αιγυπτιακό τομέα της πόλης.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο φιλόσοφος και πολιτικός Δημήτριος ο Φαληρέας (350-283 π.Χ.), βλέποντας τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις που επέφερε η ραγδαία επέλαση των μακεδόνικων φαλαγγών στις αχανείς εκτάσεις της Περσικής Αυτοκρατορίας, έπλασε ένα όνειρο που είχε σχέση με την ανάδειξη του ελληνικού πνεύματος σε παγκόσμια κλίμακα.
Αν και από τούς ιστορικούς αυτή η φωτισμένη μορφή αναφέρεται ως «αποτυχημένη πολιτικά», ο Δημήτριος ήταν εκείνος που κατάφερε να πείσει με πς προτροπές του τον Πτολεμαίο Α' να δημιουργήσει στην Αλεξάνδρεια μια σχολή και μια βιβλιοθήκη, όπου δα συγκεντρώνονταν όλα τα βιβλία του ιότε γνωστού κόσμου.
Αν και υπήρχαν βιβλιοθήκες (με την έννοια ότι σε κάποιο κτίριο βρισκόταν ένας αριθμός βιβλίων), ήταν συνήθως υπό την επίβλεψη ιερέων του εκάστοτε θρησκευτικού δόγματος της περιοχής.
Αν κάποιος ήθελε να τις χρησιμοποιήσει, έπρεπε ή να ήταν μυημένος στο αντίστοιχο δόγμα ή να ήταν στέλεχος του ιερατείου, αφού αυτές δεν λειτουργούσαν ως πηγές γνώσης και μελέτης για το κοινό, αλλά ως ιερατικά μυσταγωγικά κέντρα.
Το ίδιο συνέβαινε και με τις σχολές, όπως για παράδειγμα στην Αθήνα, όπου ήδη λειτουργούσαν η Ακαδημία του Πλάτωνα και το Λύκειο του Αριστοτέλη, που όμως δεν είχαν ερευνητικό χαρακτήρα, αλλά καθαρά φιλοσοφικό, και οι βιβλιοθήκες τους ήταν μικρές, αφού φιλοξενούσαν ως επί το πλείστον έργα ίων ιδρυτών τους, ένα μικρό αριθμό ποιητικών και φιλοσοφικών έργων, καθώς και μερικές συμπληρωματικές μελέτες.

Ο Δημήτριος ο Φαληρέας είχε θητεύσει επιτηρητής της Αθήνας και γνώριζε από κοντά τη λειτουργία και τη σύνθεση του Λυκείου και της Ακαδημίας.
Επειδή ήταν και μαθητής του Αριστοτέλη, είναι πιθανόν να είχε διδαχθεί από τον ίδιο το φιλόσοφο την οργάνωση μιας βιβλιοθήκης.
Ίσως μάλιστα γι' αυτόν το λόγο ο Στράβωνας να αναφέρει ότι ο Αριστοτέλης θεωρούνταν πνευματικός πατέρας ίου Μουσείου και της Βιβλιοθήκης.
Το όνειρο του Δημητρίου άρχισε να υλοποιείται γύρω στο 300 π.Χ. με την κατασκευή του Μουσείου, του πρώτου πανεπιστημίου στον κόσμο.

Το Μουσείο ήταν μια σχολή που δημιουργήθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα των δύο αθηναϊκών σχολών, του Λυκείου και της Ακαδημίας, και ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν αφιερωμένο στις 9 Μούσες, τις προστάτιδες των τεχνών και των επιστημών.
Ο Στράβωνας μας πληροφορεί ότι το Μουσείο διέθετε μια πλατωνικού τύπου εξέδρα, όπου υπήρχαν καθίσματα για να συγκεντρώνονται οι φιλόσοφοι.
Παραδίπλα, υπήρχε ο αριστοτελικού τύπου χώρος περιπάτου για τις συζητήσεις των επιστημόνων.
Μεγάλο χώρο καταλάμβανε κι ο ναός, που ήταν αφιερωμένος στις Μούσες, όπου ο ιερέας -τυπικά ο επικεφαλής του ιδρύματος- τελούσε τα μυστήρια.
Αυτό το πρώιμο πανεπιστημιακό συγκρότημα είχε δύο ακόμη κτίσματα, τους κοιτώνες και την εστία.
Όσοι κατοικούσαν στο Μουσείο δικαιούνταν διατροφή και μισθοδοσία, τα έξοδα τους αναλάμβανε το βασιλικό ταμείο, ενώ συγχρόνως έχαιραν φορολογικής απαλλαγής.
Έτσι, τα στελέχη του Μουσείου έκαναν τις έρευνες τους χωρίς να προβληματίζονται από τις καθημερινές έγνοιες, δοσμένοι ολοκληρωτικά στο επιστημονικό τους έργο και λειτουργώντας ως μέλη της λατρευτικής κοινότητας των Μουσών.

Εκτός όμως από τον επικεφαλής ιερέα υπήρχε κι ο επιστάτης, ο οποίος ήταν αρμόδιος της διαχείρισης της σχολής.
Το Μουσείο, όπως και η Βιβλιοθήκη, ήταν ιδιοκτησία του βασιλιά, που διόριζε τους δύο επικεφαλής, συνήθως πρόσωπα της αρεσκείας του.
Έτσι εξηγείται και το γεγονός πως από την εποχή του Πτολεμαίου Δ' του Φιλοπάτορα, τότε δηλαδή που άρχισαν οι διαμάχες ανάμεσα στους διεκδικητές του θρόνου, έχουμε μια εναλλαγή προσώπων στις δυο αυτές δέσεις.
Εκτός όμως από το διωγμό των δύο ανώτερων της σχολής, έχουμε και το διωγμό φιλοσόφων, που ήταν ταγμένοι σε κάποιο διάδοχο.
Οι διώξεις αυτές είχαν πάρει, μάλιστα, τέτοιες διαστάσεις, που πολλοί αναφέρουν ότι πολλές πόλεις ήταν γεμάτες από εξόριστους Αλεξανδρινούς επιστήμονες.

Ο αρχικός σκοπός του Μουσείου ήιαν η έρευνα και, σε συνδυασμό με τη Βιβλιοθήκη, η καταγραφή των πορισμάτων της.
Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου κι αφού πέρασε στη δικαιοδοσία των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, το Μουσείο πήρε τη μορφή του εκπαιδευτικού ιδρύματος.
Ερευνητές της Αστρονομίας, των Μαθηματικών, της Φυσικής και των άλλων τεχνών δίδασκαν, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, σε 12.000 μαθητές περίπου! Γύρω σιο 295 π.Χ. κατασκευάστηκε και το κτίριο της Βιβλιοθήκης, αφού ήδη ο Πτολεμαίος Α' είχε χρηματοδοτήσει τον Δημήτριο και το επιτελείο του να συγκεντρώσουν βιβλία απ' όλο τον κόσμο.
Ο Φαληρέας με το δημιουργικό του πνεύμα αντιλήφθηκε ότι, για να υπάρξει πρόοδος στον τομέα της γνώσης, δεν χρειάζεται μόνο η σύνθεση μιας σχολής με διαπρεπή μυαλά, αλλά και η καταγραφή και συγκένιρωση των ερευνών σ' ένα μέρος.
Τον ενθουσιασμό του αυτόν τον κληροδότησε στον Πτολεμαίο κι αυτός με τη σειρά του στους διαδόχους του.
Η συγκέντρωση των βιβλίων γινόταν έναντι αδρών αμοιβών, αλλά και με πλάγιους τρόπους, όταν η απόκτηση τους ήταν δύσκολη.

Για παράδειγμα, ο Πτολεμαίος Γ' ο Ευεργέτης ζήτηοε από τους Αθηναίους τα πρωτότυπα έργα των μεγάλων τραγικών για να γίνουν πιο πιστές αντιγραφές των κειμένων, πληρώνοντας τους υποθήκη σε περίπτωση καταστροφής.
Οι Αθηναίοι, μπροστά στο υπέρογκο χρηματικό ποσό, πρόσφεραν χωρίς να το πολυσκεφτουν τα έργα ίων τραγικών και ο Πιολεμαίος Γ' τους επέσυρεψε τα αντίγραφα, κραιώντας τα αυθεντικά.
Ένας άλλος τρόπος ήταν η κατάσχεση ίων βιβλίων που κουβαλούσαν οι επισκέπτες στην Αλεξάνδρεια.
Έτσι, η Βιβλιοθήκη δεν άργησε να γεμίσει, με αποτέλεσμα ο Πτολεμαίος Γ' να αναγκαστεί να δημιουργήσει ένα παράρτημα της στο Σεραπείο, που καιά τον Ιώσηπο ονομάσιηκε «θυγάτηρ», κόρη δηλαδή της μεγάλης Βιβλιοθήκης.
Η Βιβλιοθήκη ήταν χωρισμένη σε τομείς, όπως: ρητορική, νομική, ιστορία, μαθηματικά, ιατρική, ποίηση, που χωριζόταν σε επική, λυρική, τραγική και κωμική.
Πριν καταγραφούν οι τόμοι και στεγαστούν στις βιβλιοθήκες, στοιβάζονταν στις αποθήκες του ναυστάθμου για να ακολουθήσει η επιλογή και η πρώτη καταγραφή. Την εποχή του Πτολεμαίου Γ' του Ευεργέτη ο αριθμός των κυλίνδρων -ονομάζονταν έτσι λόγω του σχήματος τους-έφτανε τις 532.000 και γύρω στα 30.000 πινάκια, ενώ λίγο πριν από την καταστροφή αριθμούσαν τις 700.000 με 800.000!

0
Shares