O Πίναξ του Κέβητος

Δημιουργια : 21 Ιανουαρίου 2020 / Προβολες : 224 - Κατηγορία : Αρχαία Αποσπάσματα

O Πίναξ του Κέβητος γράφτηκε στις αρχές του 2ου αιώνα μ.χ. Βασίζεται κυρίως στην απόκρυφη φιλοσοφία του Παρμενίδη και του Πυθαγόρα.

O Πίναξ του Κέβητος

Ο Πίναξ του Κέβητος έχει γραφεί υπό μορφή διαλόγου μεταξύ δύο προσώπων, ενός ξένου και ενός πρεσβύτη, που πιθανότατα είναι ο συγγραφέας και υπήρξε κατά τη νεότητά του μαθητής του φιλοσόφου που είχε αφιερώσει το ζωγραφικό πίνακα που βρισκόταν στην είσοδο του ιερού του Κρόνου, μιας πόλης που δεν κατονομάζεται, ανάμεσα σ’ άλλα αφιερώματα.
Ο πρεσβύτης ερμηνεύει σ’ ένα ευρύ κοινό τις αλληγορικές παραστάσεις αυτού του πίνακα που με ζωηρά χρώματα απεικονίζει όλη την ανθρώπινη ζωή.
Το έργο αυτό, γραμμένο με σαφή ηθικοπαιδαγωγικό χαρακτήρα, αναπτύσσει, όπως και το έργο του Πρόδικου Η εκλογή του Ηρακλέους, το κλασικό θέμα της ηθικής επιλογής μεταξύ αρετής και κακίας και περιέχει πολλούς κοινούς τόπους της ηθικής παράδοσης και εξ αιτίας του αλληγορικού του χαρακτήρα υπήρξε ιδιαίτερα προσφιλές στους κύκλους των λογίων ανθρωπιστών του 16°” αιώνα, έτυχε μάλιστα επανειλημμένων λατινικών μεταφράσεων, πολλές από τις οποίες είχαν σχόλια, ενώ συγχρόνως αποτέλεσε πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης λιθογράφων και ζωγράφων.

«Έτυχε να περπατούμε μέσα στο ιερό του Κρόνου, μέσα στο οποίο παρατηρούσαμε και πολλά αναθήματα.
Βρισκόταν και ένας πίνακας μπροστά στο ναό, στον οποίο υπήρχε ξένη χάραξη (“γραφή”), παράδοξη εικόνα με διάφορες μυθικές σκηνές που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι παρίστανε.
Γιατί ούτε πόλη μας φαινόταν να είναι η ζωγραφιά, ούτε στρατόπεδο, αλλά ήταν ένας περίβολος που περιείχε δύο άλλους περιβόλους, έναν μεγαλύτερο και έναν μικρότερο.
Ήταν και μια πύλη στον πρώτο περίβολο.
Κοντά της φαινόταν πως ήταν συγκεντρωμένος πολύς όχλος και μέσα στον περίβολο φαινόταν ένα πλήθος γυναικών.
Μπροστά στην είσοδο του πρώτου πυλώνα και περιβόλου στεκόταν ένας γέρος και εμφαινόταν σαν να πρόσταζε κάτι τον εισερχόμενο όχλο.
Ενώ λοιπόν απορούσαμε πολύ χρόνο για την ιστορία του πίνακα, κάποιος ηλικιωμένος που στεκόταν δίπλα, δεν είναι καθόλου παράξενο, ώ ξένοι, είπε, που απορείτε γι’ αυτή την εικόνα.
Γιατί και από τους ντόπιους πολλοί δεν γνωρίζουν το νόημα της ιστορίας, διότι δεν είναι αφιέρωμα της πόλης, αλλά κάποιος ξένος αφίχθη κάποτε εδώ, άνδρας με φρόνηση και σοφότατος, ο οποίος και “λόγω” και “έργω” φαινόταν να παραδέχεται και να ζει ένα πυθαγόρειο και παρμενίδειο βίο και αφιέρωσε το ιερό αυτό και την εικόνα στον Κρόνο.
Ποιο λοιπόν από τα δύο, είπα εγώ, γνωρίζεις αυτόν τον άνδρα και τον έχεις δει ή όχι;
Και τον θαύμασα, είπε, για πολύ χρόνο ηλικιωμένο, όταν ήμουν νεώτερος. Για πολλά και σπουδαία συζητούσε. Και σχετικά με αυτή την ιστορία πολλές φορές τον άκουσα να εξηγεί.
Μα το Δία, λοιπόν, είπα εγώ, εάν δεν έχεις κάποια μεγάλη ασχολία, διηγήσου σε εμάς, διότι πολύ επιθυμούμε να ακούσουμε, την έννοια αυτού του μύθου.
Καμία άρνηση, ώ ξένοι, είπε. Αλλά πρέπει πρώτα να ακούσετε ότι έχει κάτι επικίνδυνο αυτή η εξήγηση.
Δηλαδή τι; είπα εγώ.
Ότι εάν προσέξετε, είπε, και κατανοήσετε τα λεγόμενα, φρόνιμοι και ευδαίμονες θα είστε, διαφορετικά, θα μείνετε αμαθείς και θα ζήσετε δυστυχείς άφρονες και ανήθικοι.
Διότι η ερμηνεία μοιάζει με το αίνιγμα της Σφιγγός, το οποίο εκείνη πρότεινε στους ανθρώπους. Εάν κάποιος το εξηγούσε, σωζόταν, εάν δεν το εξηγούσε, καταστρεφόταν από την Σφίγγα. Ομοίως και με αυτή την εξήγηση.
Διότι η αφροσύνη για τους ανθρώπους είναι Σφίγγα. Ζητά να λυθεί το εξής, τι αγαθό, τι κακό, τι ούτε αγαθό ούτε κακό είναι στη ζωή. Εάν λοιπόν κάποιος δεν το λύσει, καταστρέφεται από αυτήν, όχι μονομιάς, όπως πέθαινε αυτός που καταβροχθιζόταν από την Σφίγγα, αλλά λίγο λίγο σε όλη του την ζωή φθείρεται, όπως αυτοί που παραδίδονται για τιμωρία. Εάν όμως κάποιος καταλάβει, αντίθετα η αφροσύνη χάνεται, εκείνος σώζεται και είναι μακάριος και ευδαίμων για όλη του την ζωή. Εσείς, λοιπόν, ακούστε προσεκτικά και μη παρανοείτε.
Για όνομα του Ηρακλή, πόσο μεγάλη επιθυμία μας έχεις ενσπείρει, εάν αυτά έχουν έτσι.
Αλλά είναι, είπε, έτσι έχοντα.
Διηγήσου μας λοιπόν γρήγορα, διότι εμείς θα προσέξουμε στα σοβαρά, εφόσον και η ανταμοιβή είναι τέτοια.
Και αφού έλαβε μια ράβδο και τη σήκωσε προς τη γραφή, Βλέπετε, είπε, τον περίβολο αυτό;
Bλέπουμε.
Πρώτον πρέπει να μάθετε πως αυτός ο τόπος καλείται Βίος. Και ο όχλος ο πολύς που κοντά στην πύλη στέκεται, είναι όσοι πρόκειται να εισέλθουν στον Βίο. Και ο γέρων, ο οποίος στέκει από πάνω και κρατά ένα χαρτί στο χέρι του και με το άλλο σαν να δεικνύει κάτι, αυτός Δαίμων καλείται και προστάζει τους εισερχόμενους τί πρέπει αυτοί να κάνουν, όταν εισέλθουν στον Βίο.
Δείχνει ποιο δρόμο πρέπει να βαδίζουν, εάν σκοπεύουν να σωθούν μέσα στον Βίο.
Ποιο λοιπόν δρόμο προστάζει να βαδίζουν, ή πώς; είπα εγώ.
Βλέπεις, είπε, ότι κοντά στην πύλη υπάρχει κάποιος θρόνος σε αυτόν τον τόπο, που εισέρχεται ο κόσμος, και κάθεται μια γυναίκα, με προσποιητό ήθος, με τρόπους που να γίνεται πιστευτή και έχει στο χέρι ένα ποτήρι;
Βλέπω. Αλλά ποια είναι αυτή; είπα.
Απάτη ονομάζεται, λέει, η όλων των ανθρώπων πλανεύτρα
Έπειτα τι πράττει αυτή;
Τους εισερχομένους στον Βίο, ποτίζει με τη δύναμή της.
Και ποιο είναι το ποτό αυτό;
Πλάνη, είπε, και άγνοια.
Έπειτα τι;
Πίνοντες αυτό, πορεύονται στον Βίο.
Ποιο λοιπόν από τα δύο, όλοι πίνουν την πλάνη, ή όχι;
Όλοι πίνουν, είπε, αλλά κάποιοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Και ακόμη, δεν βλέπεις στο εσωτερικό της άλλης πύλης, ένα πλήθος γυναικών εταίρων με διάφορες μορφές;
Βλέπω.
Αυτές λοιπόν, Δόξες και Επιθυμίες και Ηδονές καλούνται.
Όταν εισέρχεται ο όχλος, αυτές αναπηδούν και αγκαλιάζουν τον καθένα, έπειτα τους οδηγούν.
Που τους οδηγούν αυτούς;
Κάποιες (τους οδηγούν) στο να σωθούν (στη σωτηρία), είπε, άλλες στο να απωλεσθούν (στην καταστροφή) εξαιτίας της απάτης.
Ω δαιμόνιε (πάνσοφε), πολύ κακό το ποτό που λες.
Και όλες βέβαια, υπόσχονται ότι θα τους οδηγήσουν σε μια καλύτερη κατάσταση και σε μια ζωή ευτυχισμένη και ωφέλιμη.
Αυτοί, από την άγνοια και την πλάνη που ήπιαν από την Απάτη, δεν βρίσκουν ποιος δρόμος στην Ζωή είναι ο αληθινός, αλλά περιπλανώνται στα τυφλά, όπως ακριβώς βλέπεις και τους προηγουμένως εισερχομένους πως περιφέρονται όπου τύχει.
Τους βλέπω, είπα. Και η γυναίκα εκείνη που μοιάζει να είναι τυφλή και τρελή, που στέκει πάνω σε ένα λίθο στρογγυλό, ποια είναι;
Καλείται, είπε, Τύχη, και δεν είναι μόνο τυφλή και τρελή, αλλά και κουφή.
Και τι έργο έχει αυτή;
Περιφέρεται παντού, είπε, και από κάποιους αρπάζει τα υπάρχοντα και σε άλλους τα δίδει και από τους ίδιους πάλι αφαιρεί αμέσως εκείνα που έχει δώσει και τα δίνει σε άλλους στα τυφλά και αβέβαια.
Γι’ αυτό και το σημείο καλά φανερώνει τη φύση της.
Ποιο είναι αυτό; είπα εγώ.
Ότι στέκει επάνω σε στρογγυλό λίθο. (ενν. που είναι ασταθής)
Έπειτα, τι αυτό σημαίνει;
Ούτε ασφαλές ούτε βέβαιο είναι ό,τι αυτή δίνει.
Διότι καταστροφές μεγάλες και σκληρές γίνονται, όταν κάποιος την εμπιστευτεί.
Ο των ανθρώπων πολύς όχλος που γύρω της στέκεται τί θέλει και πώς λέγονται;
Καλούνται αυτοί απερίσκεπτοι και ζητούν καθένας τους να τους ρίξει, ό,τι έχει.
Πώς λοιπόν, δεν έχουν όμοια μορφή, αλλά άλλοι από αυτούς φαίνονται χαρούμενοι, και άλλοι είναι λυπημένοι και εκτείνοντες τα χέρια; Εκείνοι που φαίνονται, είπε, χαρούμενοι και γελαστοί, είναι αυτοί που έχουν πάρει κάτι από αυτήν.
Αυτοί την ονομάζουν Αγαθή Τύχη. Εκείνοι όμως που είναι λυπημένοι με εκτεταμένα χέρια είναι αυτοί από τους οποίους αφαίρεσε αυτά που πριν τους είχε δώσει. Αυτοί, την αποκαλούν κακή Τύχη.
Και ποια είναι αυτά που τους δίνει, γιατί εκείνοι που τα παίρνουν χαίρονται τόσο πολύ και εκείνοι που τα χάνουν κλαίνε;
Αυτά, είπε, είναι όσα οι πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι είναι αγαθά.
Αυτά λοιπόν ποια είναι;
Πλούτος, και δόξα και ευγένεια (καταγωγής) και τέκνα και τυραννίδες και βασιλείες και τα άλλα όσα με αυτά είναι παραπλήσια.
Αυτά πώς και δεν είναι αγαθά;
Σχετικά με αυτά θα μιλήσουμε και αργότερα, αλλά τώρα ας ασχοληθούμε με την ιστορία.
Έστω (ας γίνει) έτσι.

Θ’
Βλέπεις λοιπόν, εάν περάσεις την πύλη αυτή, ψηλότερα άλλο περίβολό και γυναίκες έξω από τον περίβολο να στέκονται κοσμημένες (στολισμένες), όπως οι εταίρες συνηθίζουν;
Μάλιστα.
Από αυτές η μία Ακρασία (Ακράτεια) καλείται, η άλλη Ασωτία, η άλλη Απληστία και η άλλη Κολακεία.
Και γιατί αυτές στέκονται έτσι;
Παρατηρούν, είπε, όσους έλαβαν κάτι από την Τύχη.
Έπειτα τι;
Aναπηδούν και τους αγκαλιάζουν και τους κολακεύουν και αξιώνουν να μένουν κοντά τους, υποσχόμενες ότι θα περάσουν μια ζωή ευχάριστη χωρίς κόπους και χωρίς καμία κακοτυχία.
Εάν λοιπόν κανείς πιστέψει σε αυτές να ριχτεί στην απόλαυση, μέχρι ένα σημείο του φαίνεται ευχάριστος αυτός ο τρόπος ζωής, όσο διάστημα τον ερεθίζει, έπειτα όμως όχι πλέον.
Γιατί, όταν ανανήψει και επανέλθει στα λογικά του, καταλαβαίνει ότι δεν έτρωγε αυτός, αλλά κατατρωγόταν από αυτήν και ζημιωνόταν.
Και γι’ αυτό, όταν καταξοδέψει όλα, όσα έλαβε από την Τύχη, αναγκάζεται να καταστεί δούλος σε αυτές τις γυναίκες και όλα να τα υπομένει και να συμπεριφέρεται άπρεπα και να κάνει για χατήρι τους όλα όσα είναι βλαβερά, δηλαδή να αποστερεί, να ιεροσυλεί, να επιορκεί, να προδίδει, να ληστεύει και άλλα παραπλήσια.
Όταν, λοιπόν, κάνουν όλα αυτά, παραδίδονται στην Τιμωρία.

Ι’
Και ποια είναι αυτή;
Βλέπεις πίσω, είπε, από αυτές επάνω, κάτι που μοιάζει με μικρή θύρα και έναν τόπο στενό και σκοτεινό;
Και βέβαια.
Λοιπόν, και γυναίκες αισχρές (άσχημες) και ρυπαρές και ντυμένες ράκη (κουρέλια), φαίνονται να βρίσκονται μέσα;
Και βέβαια.
Από αυτές, είπε, αυτή που έχει το μαστίγιο καλείται Τιμωρία, αυτή που έχει το κεφάλι της μέσα στα γόνατά της Λύπη, αυτή που τραβά τις τρίχες του κεφαλιού της, Οδύνη.
Κι ο άλλος αυτός που στέκεται κοντά σε αυτές, ο άσχημος, λεπτός και γυμνός, και μαζί του κάποια άλλη όμοιά του αισχρή και λεπτή, ποιοι είναι αυτοί;
Αυτός Οδυρμός λέγεται, είπε, η άλλη Αθυμία, αδελφή είναι αυτή εκείνου.
Σε αυτούς παραδίδεται και με αυτούς συμβιώνει τιμωρούμενος .
Έπειτα πάλι στον άλλο οίκο ρίχνεται, στην Κακοδαιμονία, και εκεί τον υπόλοιπο βίο του τελειώνει μέσα σε κάθε δυστυχία, εκτός εάν η Μετάνοια κατά τύχη τον συναντήσει.

ΙΑ’
Έπειτα τι γίνεται, εάν η Μετάνοια τον συναντήσει;
Βγάζει αυτόν από όλες τις συμφορές και του συνιστά μία άλλη Ιδέα και Επιθυμία που οδηγεί στην αληθινή Παιδεία, αλλά συγχρόνως και σε αυτή που καλείται Ψευδοπαιδεία.
Έπειτα τι γίνεται;
Eαν, λέει, την Ιδέα αυτή δεχτεί ευχάριστα, που θα τον οδηγήσει στην αληθινή Παιδεία, αφού καθαριστεί από αυτήν (την Δόξα), σώζεται και μακάριος και ευδαίμων γίνεται στο Βίο.
Εάν όχι, πλανεύεται πάλι από την Ψευδοδοξία.

ΙΒ’
Για όνομα του Ηρακλή, πόσο μεγάλος είναι αυτός ο κίνδυνος! Και η Ψευδοπαιδεία ποια είναι; είπα εγώ.
Δεν βλέπεις τον άλλο περίβολο εκείνο;
Και βέβαια, είπα εγώ.
Λοιπόν, έξω από τον περίβολο, κοντά στην είσοδο, κάποια γυναίκα στέκεται, η οποία φαίνεται πως είναι πολύ καθαρή και περιποιημένη;
Και βέβαια.
Αυτήν, οι περισσότεροι και κούφιοι από τους ανθρώπους, Παιδεία την ονομάζουν, δεν είναι όμως Παιδεία, αλλά Ψευδοπαιδεία, είπε.
Εκείνοι που σώζονται, όταν θέλουν να έλθουν στην αληθινή Παιδεία, από αυτήν εδώ θα περάσουν πρώτα.
Ποιο λοιπόν από τα δύο, υπάρχει ή όχι άλλος δρόμος, που να οδηγεί στην αληθινή Παιδεία;
Δεν υπάρχει, είπε.

ΙΓ’
Και αυτοί οι άνθρωποι, που περπατούν στο εσωτερικό του περιβόλου, ποιοι είναι;
Οι εραστές της Ψευδοπαιδείας, είπε, εξαπατημένοι και οι οποίοι νομίζουν ότι συναναστρέφονται με την αληθινή Παιδεία.
Πώς ονομάζονται αυτοί;
Άλλοι ποιητές, είπε, άλλοι ρήτορες, άλλοι διαλεκτικοί, άλλοι μουσικοί, άλλοι μαθηματικοί, άλλοι γεωμέτρες, άλλοι αστρολόγοι, άλλοι κριτικοί, άλλοι ηδονικοί, άλλοι περιπατητικοί, και όλοι οι σε αυτούς παραπλήσιοι.

ΙΔ’
Και οι γυναίκες αυτές που φαίνονται να τρέχουν εδώ και εκεί και μοιάζουν με τις πρώτες, ανάμεσα στις οποίες είπες ότι είναι η Ακράτεια και οι άλλες που είναι μαζί τους ποιες είναι;
Είναι οι ίδιες με τις άλλες, είπε.
Ποιο λοιπόν από τα δύο, και αυτές εκεί πηγαίνουν ή όχι;
Ναι, μα τον Δία, και αυτές εκεί, αλλά σπανίως και όχι όπως στον πρώτο περίβολο.
Ποιο λοιπόν από τα δύο, και οι Δοξασίες ή όχι; είπα.
(Ναι) Διότι μένει και σε αυτούς το ποτό, που ήπιαν από την Απάτη και η άγνοια θα μείνει σε αυτούς μα το Δία και μαζί της η αφροσύνη και δεν θα φύγει ούτε η δόξα ούτε η υπόλοιπη κακία, έως ότου αποκηρύσσοντας την Ψευδοπαιδεία, εισέλθουν στον Αληθινό Δρόμο και πιουν τις Καθαρτικές από αυτά Δυνάμεις.
Έπειτα, όταν καθαρθούν και αποβάλλουν όσα κακά έχουν, και τις δοξασίες και την άγνοια και όλη την υπόλοιπη κακία, τότε μόνο θα σωθούν.
Εάν όμως, παραμείνουν κοντά στην Ψευδοπαιδεία, δεν θα απαλλαγούν ποτέ, ούτε θα τους λείψει κανένα κακό, εξαιτίας αυτών των μαθημάτων.

ΙΕ’
Και ποιος είναι αυτός ο δρόμος που οδηγεί στην αληθινή Παιδεία;
Βλέπεις πάνω, είπε, εκείνον τον τόπο, όπου δεν κατοικεί κανείς, αλλά έρημος φαίνεται να είναι;
Bλέπω.
Λοιπόν, και μια θύρα μικρή και έναν δρόμο μπροστά στην θύρα, που δεν έχει πολύ όχλο, αλλά πολύ λίγοι άνθρωποι βαδίζουν, γιατί δείχνει να μην είναι δρόμος στην πραγματικότητα, και είναι τραχύς και πετρώδης;
Και βέβαια, είπα.
Και ένα βουνό ψηλό φαίνεται να είναι και ανάβαση πολύ στενή και γκρεμούς να έχει από εδώ και από εκεί βαθύς;
Βλέπω.
Αυτός είναι ο δρόμος, είπε, που οδηγεί στην Αληθινή Παιδεία.
Και είναι πολύ δύσκολο να τον κοιτάξει κανείς.
Λοιπόν, και πάνω στο βράχο, βλέπεις μια πέτρα μεγάλη και ψηλή και γύρω απόκρημνο;
Βλέπω, είπα.

ΙΣΤ’
Bλέπεις και δύο γυναίκες, να στέκονται επάνω στην πέτρα, ζωηρές και καλοφτιαγμένες, πως εκτείνουν τα χέρια πρόθυμα;
Bλέπω, αλλά πως ονομάζονται, είπα, αυτές;
Η μία Εγκράτεια καλείται, είπε, η άλλη Καρτερία, είναι αδελφές.
Γιατί λοιπόν έχουν τα χέρια τεντωμένα τόσο πρόθυμα;
Παρακαλούν, είπε, αυτούς που φτάνουν στον τόπο αυτό, να έχουν θάρρος και να μην δειλιάζουν, λέγουσες ότι πρέπει να δείξουν υπομονή για λίγο ακόμη και έπειτα θα φθάσουν σε οδό καλή.
Και όταν φτάνουν στην πέτρα, πώς ανεβαίνουν; γιατί βλέπω ότι κανείς δρόμος δεν οδηγεί σε καμία από αυτές.
Αυτές από τον γκρεμό κατεβαίνουν και τραβούν αυτούς επάνω προς αυτές, έπειτα τους συμβουλεύουν να αναπαυθούν και έπειτα από μικρό διάστημα τους δίνουν δύναμη και θάρρος και υπόσχονται ότι θα οδηγήσουν αυτούς στην αληθινή Παιδεία και τους δείχνουν την οδό, ότι είναι καλή και ομαλή και εύκολη στην πόρευση, και καθαρή από κάθε κακό, όπως βλέπεις.
Εμφαίνεται, μα το Δία.

ΙΖ’
Βλέπεις, είπε, και μπροστά από το άλσος εκείνο έναν τόπο, που φαίνεται να είναι καλός και χλοερός και από πολλά φώτα ολόλαμπρος;
Και βέβαια.
Διακρίνεις λοιπόν μέσα στον λειμώνα, άλλο περίβολο και άλλη πύλη;
Eίναι έτσι, αλλά πώς καλείται ο τόπος αυτός;
Ευδαιμόνων οικία, είπε, διότι, εκεί ζουν όλες οι Αρετές και η Ευδαιμονία.
Πόσο καλός είναι ο τόπος, είπα, για τον οποίο λες.

ΙΗ’
Βλέπεις κοντά στην πύλη, είπε, ότι υπάρχει μια ωραία γυναίκα, κάπως προχωρημένης ηλικίας με όμορφο όμως πρόσωπο, και με απλή και αστόλιστη ενδυμασία; στέκει όχι σε στρογγυλή πέτρα, αλλά σε τετράγωνη, με σταθερή βάση.
Και μαζί της είναι άλλες δύο που φαίνεται ότι είναι θυγατέρες της.
Εμφαίνεται έτσι έχει.
Από αυτές η μεσαία είναι η Παιδεία, η άλλη η Αλήθεια και η άλλη η Πειθώ.
Γιατί στέκει σε πέτρα τετράγωνη αυτή;
Σημείο, είπε, είναι, ότι ασφαλής και βέβαιη είναι η οδός που οδηγεί σε αυτήν για όσους έρχονται και ότι είναι σίγουρα αυτά που δίδονται στους λήπτες.
Και ποια είναι αυτά, που δίδει αυτή;
Θάρρος και Αφοβία, είπε εκείνος.
Αυτά ποια είναι συγκεκριμένα;
Γνώση, είπε, του να μην παθαίνει κανείς τίποτε κακό στη ζωή.

ΙΘ’
Ω Ηρακλή, πόσο καλά, είπα, είναι τα δώρα. Αλλά γιατί στέκεται έτσι έξω από τον περίβολο;
Ώστε τους ερχομένους, είπε, να θεραπεύει και να ποτίζει με την Καθαρτική της Δύναμη.
Έπειτα όταν καθαρθούν, έτσι τους οδηγεί στις Αρετές.
Πώς αυτό; είπα εγώ, γιατί δεν καταλαβαίνω.
Αλλά θα καταλάβεις, είπε, όπως εάν κάποιος τύχαινε να αρρωστήσει και με φιλότιμο πήγαινε στον ιατρό, κατά πρώτον ο ιατρός, νομίζω, θα εξάλειφε όλα εκείνα που προκαλούν την νόσο και έτσι θα τον διέσωζε και θα αποκαταστούσε την υγεία του, εάν όμως δεν ακολουθούσε τις συνταγές του, εύλογα, εάν δεν απατώμαι, εκδιωγμένος από τον ιατρό, θα χανόταν, εξαιτίας της ασθένειας.
Αυτά τα κατανοώ, είπα εγώ.
Κατά τον ίδιο τρόπο, είπε, όταν φθάσει κάποιος στην Παιδεία, τον θεραπεύει και τον ποτίζει με τη δική της Δύναμη, για να τον Καθάρει πρώτα, και να του εκβάλει όλα τα κακά τα οποία είχε όταν ήλθε.
Ποια είναι αυτά;
H άγνοια και η πλάνη, που έχει ποτιστεί από την Απάτη και την αλαζονεία και την επιθυμία και την ακράτεια και τον θυμό και την φιλαργυρία και τα λοιπά όλα, με τα οποία γέμισε όσο ήταν στον πρώτο περίβολο.

Κ’
Όταν καθαρθεί, που τον αποστέλλει;
Μέσα, είπε, προς την Επιστήμη και προς τις άλλες Αρετές.
Ποιες είναι αυτές;
Δεν βλέπεις, είπε, μέσα από την πύλη χορό γυναικών, πόσο ωραίες φαίνονται ότι είναι και τακτικές και ντυμένες απλά και χωρίς τρυφηλότητα, και ακόμη, πόσο ανεπιτήδευτες και καθόλου καλλωπισμένες, όπως οι άλλες;
Βλέπω, είπα. Αλλά πώς ονομάζονται αυτές;
H πρώτη Επιστήμη, είπε, ονομάζεται, οι άλλες αδελφές της, Ανδρεία, Δικαιοσύνη, Καλοκαγαθία, Σωφροσύνη, Ευταξία, Ελευθερία, Εγκράτεια, Πραότης.
Ω κάλλιστε, είπα εγώ, σε τι μεγάλη ελπίδα είμαστε.
Εάν συνειδητοποιήσετε, είπε, και με συνήθεια εφαρμόσετε όσα ακούτε.
Θα προσέξουμε, είπα εγώ, πάρα πολύ.
Για αυτό λοιπόν, είπε, θα σωθείτε.

ΚΑ’
Όταν λοιπόν τον παραλάβουν αυτές, που τον οδηγούν;
Προς τη μητέρα, είπε.
Αυτή ποια είναι;
H Eυδαιμονία, είπε.
Ποια είναι αυτή;
Βλέπεις την οδό εκείνη που φέρνει (οδηγεί) στο υψηλό εκείνο (σημείο), το οποίο είναι η ακρόπολη όλων των περιβόλων;
Bλέπω.
Λοιπόν στο προπύλαιο, μια γυναίκα όμορφη κάθεται σε υψηλό θρόνο, στολισμένη με ελευθερία και απλότητα και στεφανωμένη με στεφάνι πολύ ωραίο πλούσιο σε άνθη.
Εμφαίνεται έτσι.
Αυτή είναι η Ευδαιμονία, είπε.

ΚΒ’
Και όταν φτάσει κανείς εκεί, τι κάνει;
Στεφανώνει αυτόν, είπε, με τη Δύναμή της και η Ευδαιμονία, και οι άλλες Αρετές όλες, όπως ακριβώς εκείνους που έχουν νικήσει τους μεγίστους αγώνες.
Και ποιούς αγώνες νίκησε αυτός; είπα εγώ.
Τους μεγίστους, είπε, και τα μέγιστα θηρία, τα οποία προηγουμένως τον κατέτρωγαν και τον βασάνιζαν και τον δουλοποιούσαν, όλα αυτά τα ενίκησε και τα επέρριψε από τον εαυτό του και αυτοσυγκρατήθηκε, ώστε τώρα εκείνα τον υπηρετούν, ακριβώς όπως πρωτύτερα αυτός εκείνα.

ΚΓ’
Ποια λες θηρία; πολύ ποθώ να ακούσω.
Πρώτα, είπε, την Άγνοια και την Πλάνη, ή μήπως δεν σου φαίνονται αυτά θηρία;
Kαι βέβαια είναι θηρία, απάντησα εγώ.
Έπειτα την Λύπη και τον Οδυρμό και την Φιλαργυρία και την Ακράτεια και όλη την υπόλοιπη Κακία.
Όλα αυτά (εκείνος) τα ελέγχει και δεν ελέγχεται από αυτά όπως πριν.
Πόσο καλά έργα, είπα εγώ, και τι ωραία νίκη! αλλά εκείνο πες μου ακόμη, ποια η Δύναμη του στεφανιού, με το οποίο είπες ότι αυτός στεφανώνεται;
Ευδαιμονική, ω νεαρέ. Διότι ο στεφανωμένος με αυτή τη Δύναμη, Ευδαίμων γίνεται και Μακάριος και δεν έχει σε άλλους και άλλα τις ελπίδες της Ευδαιμονίας, αλλά μέσα στον Εαυτό του.

ΚΔ’
Πόσο καλό είναι το βραβείο που λες! Όταν στεφανωθεί, τι κάνει ή που βαδίζει;
Τον λαμβάνουν οι Αρετές και τον οδηγούν στον τόπο εκείνο, από όπου ήλθε πρώτα, και του δείχνουν εκείνους που ζουν εκεί, πως περνούν άσχημα και πως ζουν άθλια και ναυαγούν στο βίο και περιπλανώνται και οδηγούνται σαν να έχουν αιχμαλωτισθεί από εχθρούς, άλλοι από την Ακράτεια, άλλοι από την Αλαζονεία, άλλοι από την Φιλαργυρία, άλλοι από την Κενοδοξία και άλλοι από άλλα Κακά.
Από αυτά τα δεινά δεν μπορούν να λύσουν τον εαυτό τους, με τα οποία έχουν δεθεί, ώστε να σωθούν και να φτάσουν εδώ, αντίθετα ταράζονται σε όλη τους τη ζωή.
Αυτό το παθαίνουν επειδή δεν μπορούν να βρουν αυτήν εδώ την οδό, διότι λησμόνησαν την προσταγή του Δαιμονίου.

ΚΕ’
Σωστά μου φαίνεται πως τα λες. Αλλά και για αυτό απορώ, γιατί δείχνουν οι Αρετές σε αυτόν, εκείνον τον τόπο από τον οποίον ήλθε πριν;
Δεν γνώριζε ακριβώς, ούτε ήξερε, είπε, τίποτε από τα εκεί, αλλά ενδοίαζε και από άγνοια και από πλάνη, που είχε πιει, όσα δεν ήταν αγαθά, νόμιζε ότι είναι αγαθά, και αυτά που δεν ήταν κακά, (νόμιζε) κακά.
Δι΄ αυτό και ζούσε κακώς, όπως ακριβώς και οι άλλοι που ζούσαν εκεί.
Τώρα όμως, που κατέχει την γνώση των συμφερόντων και ο ίδιος ζει καλά, θεωρεί για εκείνους ότι πράττουν άσχημα.

ΚΣΤ’
Όταν λοιπόν τα παρατηρήσει όλα αυτά, τι κάνει ή που πλέον βαδίζει;
(σημ: δεύτερη γραφή)
Όπου επιθυμεί, είπε. Διότι παντού είναι ασφαλής, όπως αυτός που κατέχει το Κηρύκειο, και παντού, όπου πηγαίνει, θα ζήσει καλά και με κάθε ασφάλεια. Διότι θα τον υποδεχθούν όλοι με χαρά, όπως ακριβώς οι άρρωστοι τον ιατρό.
Ποιο λοιπόν από τα δυο, και εκείνες τις γυναίκες που αποκάλεσες θηρία, τις φοβάται πια μήπως του κάνουν κανένα κακό ή όχι;
Δεν θα ενοχληθεί πλέον ούτε από την καθόλου ούτε από την Οδύνη ούτε από τη Λύπη ούτε από την Ακράτεια ούτε από την Φιλαργυρία ούτε από την Πενία ούτε από κανένα άλλο κακό. Και αυτό διότι όλα τα εξουσιάζει και είναι πάνω από όλα αυτά, τα οποία προηγουμένως τον λυπούσαν, όπως ακριβώς αυτοί που πιάνουν τις οχιές.
Διότι τα θηρία που όλους τους άλλους κακοποιούν μέχρι θανάτου, εκείνους δεν τους ενοχλούν, διότι αυτοί έχουν το αντιφάρμακο. Έτσι και αυτόν τίποτα πιά δεν τον πικραίνει, γιατί έχει αντιφάρμακο.

ΚΖ’
Καλώς μου φαίνεται πως τα λες. Αλλά ακόμη και τούτο πες μου. Ποιοι είναι αυτοί που φαίνονται να έρχονται πέρα από το βουνό; Και όσοι από αυτούς είναι στεφανωμένοι φαίνονται πως χαίρονται, ενώ όσοι είναι αστεφάνωτοι είναι λυπημένοι και ταραγμένοι και χτυπούν τις κνήμες τους και τα κεφάλια τους και συγκρατούνται από κάποιες γυναίκες.
Οι στεφανωμένοι είναι όσοι έχουν σωθεί από την Παιδεία και είναι χαρούμενοι, διότι την έχουν συναντήσει. Όσοι αστεφάνωτοι έχουν εγκαταλειφθεί από την Παιδεία, επιστρέφουν σε άθλια κατάσταση.
Όσοι εξαιτίας της δειλίας δεν έχουν ανέβει προς την Καρτερία, επιστρέφουν και περιπλανώνται, χωρίς δρόμους.
Και οι γυναίκες που τους ακολουθούν, ποιες είναι;
Λύπες, είπε, και Οδύνες και Στενοχώριες και Δυσφημίες και Άγνοιες.

ΚΗ’
Όλα τα κακά λες ότι τους ακολουθούν.
Ναι, μα το Δία, είπε, όλα τους ακολουθούν από πίσω. Όταν αυτοί φθάσουν στον πρώτο περίβολο και στην Ακράτεια, δεν μέμφονται τον εαυτό τους, αλλά κατηγορούν και την Παιδεία και αυτούς που βαδίζουν προς τα εκεί αποκαλώντας τους ελεεινούς και αθλίους και δυστυχείς, διότι αυτοί, αφού άφησαν τη ζωή που περνούσαν κοντά σε αυτές, δυστυχούν και δεν απολαμβάνουν τα δικά τους καλά.
Ποια αποκαλούν καλά;
Την ασωτεία και την ακράτεια, όπως θα μπορούσε κάποιος να αποφανθεί με συντομία. Διότι το να τρώνε και να πίνουν όπως τα ζώα, το θεωρούν απόλαυση των μεγαλύτερων αγαθών.

ΚΘ’
Και οι άλλες γυναίκες που έρχονται από εκεί εύθυμες και γελαστές, πως ονομάζονται;
Δόξες, είπε, και αφού οδηγήσουν προς την Παιδεία τους εισελθόντες προς τις Αρετές, επιστρέφουν με σκοπό να οδηγήσουν και άλλους και να αναγγείλουν ότι αυτοί που είχαν παραλάβει είναι πλέον ευτυχείς.
Ποιο λοιπόν από τα δύο, είπα εγώ, πηγαίνουν μέσα στις αρετές ή όχι;
Είπε όχι. Διότι δεν είναι θεμιτό να πηγαίνει η Δοξασία στην Επιστήμη, αλλά τους παραδίδουν στην Παιδεία. Όταν τους παραλάβει η Παιδεία, επιστρέφουν αυτές πάλι για να οδηγήσουν άλλους, όπως ακριβώς τα πλοία αφού ξεφορτώσουν τα φορτία, επιστρέφουν και γεμίζουν με άλλα.

Νεοελληνική Απόδοση: Παλιγγίνης Ελευθέριος
www.hypnotherapy4u.gr

ΑΠΟΔΕΛΤΙΩΣΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

0
Shares